Πέμπτη 11 Μαρτίου 2021

Η ΕΛΛΑΣ ΕΥΓΝΩΜΟΝΟΥΣΑ. 1821 - 2021 (200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠ' ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ)

   Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!




Η σκλάβα

Άνοιξε τα φτερούγια σου,άχολο περιστέρι,και θα να πας γι’ αγάπη μουσε μακρινό σεφέρι.5Είναι μακρύς ο δρόμος σου,θα φύγεις μοναχό σου·άπλωσε το φτερό σουκαι σύρε στο καλό.

Και σα διαβείς τα σύγνεφα10και σαν τα διαπεράσεις,και μέσα εκεί που κάθονταιτ’ αστροπελέκια φθάσεις,θυμήσου, περιστέρι μου,μη σου καεί το ράμμα15οπού βαστάει το γράμμακαι πέσει και χαθεί.

Και σαν ιδείς τα κύματααπό ψηλά ν’ αφρίζουνκαι να χτυπούν, να βόγκουνε,20τη γη να φοβερίζουν,μη γελαστείς, πουλάκι μου,να πας εκεί σιμά τους·τα δόλια τα νερά τουςθα βρέξουν τη γραφή.

25Είναι τα κύματ’ άσπλαχνα,πάντα νερό διψούνεκι επάνω σου θα πέσουνε,σκληρά να καταπιούνετα δάκρυα που εστάξανε30εις το χαρτί μου επάνω.Αχ! κάλλιο να πεθάνωπαρά να μη τα ιδεί.

Κι ανίσως και στο δρόμο σουψηλά μες στον αιθέρα,35πιστό περιστεράκι μου,την άνοιξη μια μέρατα χιλιδόνια τ’ άχαρααν τύχει κι απαντήσεις,να μου τα χαιρετήσεις40μ’ ένα γλυκό φιλί.

Και να τους πεις πού βρίσκομαι,πως η καρδιά μου τρέμει,πως χάνονται τα νιότα μουσε τούρκικο χαρέμι.45Και πες το παραθύρι μουνα μη το λησμονήσουνκαι να ’λθουνε να στήσουνσιμά μου μια φωλιά.

Κι ανίσως κι αποστάσανε50και τα βρεις δειλιασμένακι από χειμών’ ανέλπιστοτα ιδείς κυνηγημένα,θυμήσου, περιστέρι μου,τη ράχη σου να στρώσεις55και τα φτερά ν’ απλώσειςσαν καραβιού πανιά.

Κι εκεί που θ’ αρμενίζετεκαι θα κρυφομιλείτεκαι μυστικά τον πόνο σας60καθένα θα διηγείται,θυμήσου, περιστέρι μου,να πεις στα χιλιδόνιαπως έφυγαν δυο χρόνιαοπού είμαι στη σκλαβιά.

65Κι εκεί που πρωτοφθάσουνεκι εκεί που πρωταράξουννα παν να πουν στ’ αδέρφια μουνα ’λθούνε να μ’ αρπάξουν,και κάθ’ αυγή στο λάλημα70κι εμέ να μελετάνε,και να τους ενθυμάνεπως είμαι στην Τουρκιά.

Τότε να τρέξεις γρήγορακαι συ, περιστεράκι,75να πας επάνω στ’ Άγραφα,στο κλέφτικο γιατάκι,και νά βρεις την αγάπη μουτο Λάμπρο, τη ζωή μου,και δώσε τη γραφή μου80κι ένα φιλί κρυφά.

Και πες του χαιρετίσματανα μη με λησμονήσει,πως είμαι νια κι είμ’ όμορφησαν το νερό στη βρύση,85και πως με κινδυνεύουσικαι πως με τυραγνούσικαι χίλιοι καρτερούνεμια μόνη μου ματιά.

Κι ανίσως και τα νιότα μου90ακόμα τα θυμάται,κι ανίσως και σαν όνειρομε βλέπει σαν κοιμάται,πες του, περιστεράκι μου,να ζώσει το σπαθί του,95κι η μαύρ’ η Αρετή τουτρομάζει τη σκλαβιά.

Τ’ αγιούλι του αν το κόψουνεκαι του το μυριστούνε,τα ρόδα μου αν αχνίσουνε100κι ανίσως μαραθούνε,να μη μὄχει παράπονονα μη τονε πικραίνει…Τα νιότα τα μαραίνεισκλαβιά και μοναξά.


ΑΡΙΣΤΡΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

Η Μεγαλοσύνη των λαών δεν μετριέται με το στρέμμα

Με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και με το αίμα.

Κωστής Παλαμάς


Τετάρτη 10 Μαρτίου 2021

Η ΕΛΛΑΣ ΕΥΓΝΩΜΟΝΟΥΣΑ. 1821 - 2021 (200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠ' ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ)

                                              Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!



Ο βράχος και το κύμα

«Μέριασε, βράχε, να διαβώ», το κύμ’ ανδρειωμένολέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο. «Μέριασε! Μες στα στήθη μου, που ’σαν νεκρά και κρύα, μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία. 5Αφρούς δεν έχω γι’ άρματα, κούφια βοή γι’ αντάρα, έχω ποτάμι αίματα, μ’ εθέριεψε η κατάρατου κόσμου που βαρέθηκε, του κόσμου που ’πε τώρα, βράχε, θα πέσεις, έφτασεν η φοβερή σου ώρα. Όταν ερχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο, 10και σὄγλειφα και σὄπλενα τα πόδια δουλωμένο, περήφανα μ’ εκοίταζες κι εφώναζες του κόσμουνα ιδεί την καταφρόνεση που πάθαινε ο αφρός μου. Κι αντίς εγώ κρυφά κρυφά, εκεί που σ’ εφιλούσα, μέρα και νύχτα σ’ έσκαφτα, τη σάρκα σου εδαγκούσα, 15και την πληγή που σ’ άνοιγα, το λάκκο που ’θε’ κάμω, με φύκη τον επλάκωνα, τον έκρυβα στον άμμο. Σκύψε να ιδείς τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη· τα θέμελά σου τα ’φαγα, σ’ έκαμα κουφολίθι. Μέριασε, βράχε, να διαβώ! Του δούλου το ποδάρι20θα σε πατήσει στο λαιμό… Εξύπνησα λιοντάρι!…» 

Ο βράχος εκοιμότουνε. Στην καταχνιά κρυμμένος, αναίσθητος σου φαίνεται, νεκρός σαβανωμένος. Του φώτιζαν το μέτωπο, σχισμένο από ρυτίδες, του φεγγαριού, που ’ταν χλωμό, μισόσβηστες αχτίδες. 25Ολόγυρά του ονείρατα, κατάρες ανεμίζουν, και στον ανεμοστρόβιλο φαντάσματ’ αρμενίζουν, καθώς ανεμοδέρνουνε και φτεροθορυβούνετη δυσωδία του νεκρού τα όρνια αν μυριστούνε. 

Το μούγκρισμα του κύματος, την άσπλαχνη φοβέρα30χίλιες φορές την άκουσεν ο βράχος στον αιθέραν’ αντιβοά τρομαχτικά, χωρίς καν να ξυπνήσει και σήμερ’ ανατρίχιασε, λες θα λιγοψυχήσει. 

«Κύμα, τί θέλεις από με και τί με φοβερίζεις; Ποιός είσαι συ κι ετόλμησες, αντί να με δροσίζεις, 35αντί με το τραγούδι σου τον ύπνο μου να ευφραίνειςκαι με τα κρύα σου νερά τη φτέρνα μου να πλένεις, εμπρός μου στέκεις φοβερό, μ’ αφρούς στεφανωμένο;… Όποιος κι αν είσαι, μάθε το: εύκολα δεν πεθαίνω». 

«Βράχε, με λεν Εκδίκηση. Μ’ επότισεν ο χρόνος40χολή και καταφρόνεση. Μ’ ανάθρεψεν ο πόνος. Ήμουνα δάκρυ μια φορά, και τώρα, κοίταξέ με, έγινα θάλασσα πλατιά. Πέσε, προσκύνησέ με. Εδώ, μέσα στα σπλάχνα μου, βλέπεις δεν έχω φύκη, σέρνω ένα σύγνεφο ψυχές, ερμιά και καταδίκη. 45Ξύπνησε τώρα, σε ζητούν του Άδη μου τ’ αχνάρια… Μ’ έκαμες ξυλοκρέβατο… Με φόρτωσες κουφάρια… Σε ξένους μ’ έριξες γιαλούς… Το ψυχομάχημά μουτο περιγέλασαν πολλοί, και τα παθήματά μουτα φαρμακέψανε κρυφά με την ελεημοσύνη… 50Μέριασε, βράχε, να διαβώ, επέρασε η γαλήνη· καταποτήρας είμ’ εγώ, ο άσπονδος εχθρός σου, γίγαντας στέκω εμπρός σου!» 

Ο βράχος εβουβάθηκε. Το κύμα στην ορμή τουεκαταπόντισε μεμιάς το κούφιο το κορμί του. 55Χάνεται μες στην άβυσσο, τρίβεται, σβηέται, λιώνεισα να ’ταν από χιόνι. Επάνωθέ του εβόγκηξε, για λίγο αγριωμένη, η θάλασσα κι εκλείστηκε. Τώρα δεν απομένειστον τόπο που ’ταν το στοιχειό κανείς παρά το κύμα60που παίζει γαλανόλευκο επάνω από το μνήμα. 


[1872*]  ΑΡΙΣΤΡΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

Η Μεγαλοσύνη των λαών δεν μετριέται με το στρέμμα

Με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και με το αίμα.

Κωστής Παλαμάς

Τρίτη 9 Μαρτίου 2021

Η ΕΛΛΑΣ ΕΥΓΝΩΜΟΝΟΥΣΑ. 1821 - 2021 (200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠ' ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ)

      Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!



Ο ανδριάς του αοιδίμου Γρηγορίου του Ε΄
Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως

Πώς μας θωρείς ακίνητος;… Πού τρέχει ο λογισμός σου,τα φτερωτά σου τα όνειρα;… Γιατί στο μέτωπό σουνα μη φυτρώνουν, γέροντα, τόσες χρυσές αχτίδες,όσες μάς δίδ’ η όψη σου παρηγοριές κι ελπίδες;…5Γιατί στα ουράνια χείλη σου να μη γλυκοχαράζει,πατέρα, ένα χαμόγελο;… Γιατί να μη σπαράζειμέσα στα στήθη σου η καρδιά, και πώς στο βλέφαρό σουούτ’ ένα δάκρυ επρόβαλε, ούτ’ έλαμψε το φως σου;…

Ολόγυρά σου τα βουνά κι οι λόγγοι στολισμένοι10το λυτρωτή τους χαιρετούν… Η θάλασσ’ αγριωμένηαπό μακρά σ’ εγνώρισε και μ’ αφρισμένο στόμαφιλεί, πατέρα μου γλυκέ, το ελεύθερο το χώμα,που σε κρατεί στα σπλάχνα του… Θυμάται την ημέρα,οπού κι αυτή στον κόρφο της σαν τρυφερή μητέρα,15πατέρα μου, σ’ εδέχτηκε… Θυμάται στο λαιμό σουτο ματωμένο το σχοινί, και στ’ άγιο πρόσωπό σουτ’ άτιμα τα ραπίσματα… το βόγκο… τη λαχτάρα…του κόσμου την ποδοβολή… Θυμάται την αντάρα…την πέτρα που σου εκρέμασαν… τη γύμνια του νεκρού σου…20το φοβερό το ανάβρασμα του καταποντισμού σου…Δεν ελησμόνησε τη γη που σὄγινε πατρίδα,ούτε το χέρι που εύσπλαχνο μ’ ολόχρυση χλαμύδατη σάρκα σου εσαβάνωσε τη θαλασσοδαρμένη,όταν, πατέρα μου, άκαρδοι, γονατισμέν’ οι ξένοι25το αίμα σου έγλειφαν κρυφά στα νύχτα του φονιά σου… *Τώρα σε βλέπει γίγαντα, πατέρα, η θάλασσά σου…Το λείψανό σου το φτωχό, το ποδοπατημένο,τ’ ανάστησε η αγάπη μας κι εδώ μαρμαρωμένοθα στέκει ολόρθο, ακλόνητο κι αιώνιο θε να ζήσει,30να ’ναι φοβέρα αδιάκοπη σ’ Ανατολή και Δύση…

Πενήντα χρόνοι επέρασαν σα να ’τανε μια μέρα!…Για σας οπού είσθε αθάνατοι φεύγουν γλυκιές, πατέραπετούν οι ώρες άμετρες στου τάφου το λιμάνι…Για μας… και μόνη μια στιγμή αρκεί να μας μαράνει…35Πενήντα χρόνοι επέρασαν κι ακόμ’ η ανατριχίλαβαθιά μάς βόσκει την καρδιά… Με τα χλωρά τα φύλλαανθοβολεί κι ο τάφος σου και στο μνημόσυνό σουυψώνεται στον ουρανό το νεκρολίβανό σουμε των ανθών τη μυρωδιά και με το καρδιοχτύπι40του κόσμου που εζωντάνεψες… Γέροντα τί σου λείπει;…Πώς μας θωρείς ακίνητος;… Πού τρέχει ο λογισμός σου;…Ποιός είν’ ο πόθος σου ο κρυφός και ποιό το μυστικό σου;…

Είχαν ξυπνήσει ανέλπιστα οι νεκρωμένοι δούλοικι από το γερο-Δούναβη ώς τ’ άγριο Κακοσούλι45έβραζε γη και θάλασσα… Σεισμός, φωτιά, τρομάρα,σπαθί και ψυχομάχημα και δάκρυ και κατάρα…Εβρόντουν κι άστραφταν παντού τα κλέφτικα λημέρια…Γοργά του Χάρου εθέριζαν τ’ αχόρταγα τα χέρια,κι ήτον ο πόλεμος χαρά· τα φονικά, παιχνίδια…50Μεμιάς θολώνουν του Όλυμπου τα χιονισμένα φρύδιακαι μαύρα νέφη απλώνονται στου Κίσσαβου τη ράχη…Ανατριχιάζουν τα κλαριά και τα νερά κι οι βράχοιμένουν παράλυτα, νεκρά, σα να ’χε διαπεράσεικρυφό μαχαίρι αυτήν τη γη κι εσκότωσε την πλάση…

55Είχε προβάλει από μακρά πουλί κυνηγημένοσα σύγνεφο με το βοριά και μαυροφορεμένο,σκοτίδιασε τον ουρανό με τα πλατιά φτερά του,και με φωνή που εξέσχιζε σκληρά τα σωθικά του,ερέκαξε κι εβρόντησε… «Χτυπάτε, πολεμάρχοι!…60Απ’ άκρη σ’ άκρη ο χαλασμός… Κρεμούν τον Πατριάρχη!»…

Του μυστικού διαλαλητή πέφτει στη γη, στο κύματο φλογερό το μήνυμα κι από ένα τέτοιο κρίμαεφύτρωσε άσβεστη φωτιά και με τη δύναμή σουεθέριεψε, εζωντάνεψε τ’ άτιμο το σχοινί σου65κι έγινε φίδι φτερωτό στον κόρφο του φονιά σου…Καλόγερε, πώς δεν ξυπνάς να ιδείς τα θαύματά σου;…

Αναστυλώνεται ο Μοριάς… Η Ρούμελη μουγκρίζει…Ιδρώνουν αίμα τα βουνά, το δάκρυ πλημμυρίζει…Παντού παράπονο βαθύ κι αλαλαγμοί και θρήνοι…70Διαβαίνει μαύρ’ η άνοιξη… Τα ρόδα μας, οι κρίνοιλησμονημένοι τήκονται, και τα πουλιά σκιασμένααφήνουν έρμη τη φωλιά και φεύγουνε στα ξένα…Στου Γερμανού το μέτωπο κρυφά γλυκοχαράζειτου Γένους το ξημέρωμα… Πάσα ματιά του σφάζει…75Διωγμέν’ από τον Κάλαμο, με την ψυχή στο στόμα,χιλιάδες γυναικόπαιδα δε βρίσκουν φούχτα χώμανα μείνουν ακυνήγητα… Κι ο Χάρος δεκατίζει…Ρυάζεται ο Βάλτος, σα θεριό τη χαίτη του ανεμίζει…Φλόγα παντού και σίδερο… δε θ’ απομείνει λώθρα…80Στην Κιάφα νεκρανάσταση… στου Πέτα καταβόθρα…Πέτρα δε μένει ασάλευτη… κλαρί χωρίς κρεμάλα…Ερμιά και ξεθεμέλιωμα στην Τρίπολη, στου ΛάλαΚι όταν το χέρι εχόρταινε κι έπεφτε στομωμένονα ξανασάνει το σπαθί στη θήκη αποσταμένο,85εφώναζε ο αντίλαλος… «Χτυπάτε, πολεμάρχοι!…Απ’ άκρη σ’ άκρη ο χαλασμός… Κρεμούν τον Πατριάρχη!».

Φριμάζουν τα Καλάβρυτα… Καπνίζει το Ζητούνικι η Μάνη η ανυπόταχτη τεντώνει το ρουθούνισαν το καθάριο τ’ άλογο, να μυρισθεί τ’ αγέρι90που, ταχυδρόμος τ’ ουρανού, με τα φτερά του φέρειτου Διάκου τη σπιθοβολή και την αναλαμπή του…Ο γιος τ’ Ανδρούτσου στη Γραβιά στυλώνει το κορμί τουκι επάνω του, σα να ’τανε θεόχτιστο κοτρόνι,συντρίβεται η Αρβανιτιά με τον Ομέρ Βριόνη95Φεγγοβολούν τα πέλαγα στην Τένεδο, στη Σάμοκαι κάθε κύμα πὄρχεται να ξαπλωθεί στον άμμοξερνώντας αίμα και φωτιά, φωνάζει… «Πολεμάρχοι!…Εκδίκηση… άσπλαχνη… παντού… Κρεμούν τον Πατριάρχη!»…

Το Σούλι το ανυπόμονο ψηλά στο Καρπενήσι100του Μπότσαρή του την ψυχή για να σε προσκυνήσεισου στέλλει αιματοστάλαχτη… Στον τάφο του κλεισμένοτο Μισολόγγι σκέλεθρο, γυμνό, ξεσαρκωμένο,δεν παραδίδει τ’ άρματα, δε γέρνει το κεφάλι…Κρατεί για νεκροθάφτη του το Χρήστο τον Καψάλη,105το ράσο του Δεσπότη του φορεί για σάβανό του,και φλογερό μετέωρο πετά στον ουρανό τουκαι θάφτεται ολοζώντανο… Στο διάβα του τρομάζουντ’ αστέρια που το κοίταζαν, και ταπεινά μεριάζουν…Κλαρί δεν φαίνεται χλωρό και το στερνό χορτάρι110πὄμενε ακόμα πράσινο, τ’ αράπικο ποδάριτο μάρανε, το σκότωσε… Χορτάσαν οι κοράκοι…Στη Ράχωβα, στο Δίστομο με τον Καραϊσκάκηαδελφωμένο πολεμά της Λιάκουρας το χιόνι…Θερίζει τ’ άσπλαχνο σπαθί κι ο πάγος σαβανώνει…

115Πλαταίνει πάντα η ερημιά και το σχοινί σου σφίγγειτου λύκου μας του εφτάψυχου τ’ αχόρταγο λαρύγγι…Ο κόσμος ανταριάζεται… Και τα σκυλόδοντά τουξεριζωμένα πνίγονται με τα ρυασίματά τουστου Ναβαρίνου τα νερά… και φεύγει… Ανάθεμά τον!…120Εσκόρπισαν τα σύγνεφα με τ’ αστραπόβροντά τωνκαι κούφια απέμεινε η βοή του μαύρου καταρράχτη…

Μ’ αυτά… μ’ αυτά τα κόκαλα, τα τρίμματα, τη στάχτηεχτίσαμε, πατέρα μου, τη φτωχική φωλιά μας,κι εκείθ’ εφύτρωσε η μυρτιά και τα δαφνόκλαρά μας125π’ ανθοβολούν τριγύρω σου… Γιατί τα δάχτυλά σου,ακίνητα, δεν ευλογούν τα μαύρα τα παιδιά σου;…Στ’ ανδρειωμένα σπλάχνα σου, μακρ’ από την Ελλάδαερίζωσε τόσο βαθιά του Χάρου η φαρμακάδα,π’ ούτε του Ρήγα η συντροφιά, καλόγερε, δε φθάνει130τα σφραγισμένα χείλη σου ν’ ανοίξει, να γλυκάνει;… *Ούτε το φως το ακοίμητο, που στο πλευρό σου χύνειαυτό μας το περήφανο, το φλογερό καμίνι;… *Ούτε τα δέντρα, τα πουλιά, τα πράσινα χορτάρια…Ούτε τα Βασιλόπουλα, του Θρόνου μας βλαστάρια,135που θα ’ρχονται να χαιρετούν του ποιητή τη λύρα,και να ρωτούν πώς έγινε το ράσο σου πορφύρα;…

Τί θέλεις, γέροντ’, από μας;… Δε νιώθεις μια ματιά σουπόσες θα εφλόγιζε καρδιές, κι από τα σωθικά σουπόση θα εβλάστανε ζωή;… Πώς δεν ξυπνάς, πατέρα;…140Δε φέγγει μες στο μνήμά σου ούτε μια τέτοια μέρα;…

Το μάρμαρο μένει βουβό… Και θε να μείνει ακόμαποιός ξέρει ώς πότ’ αμίλητο το νεκρικό του στόμα…Κοιμάται κι ονειρεύεται… Και τότε θα ξυπνήσει,όταν στα δάση, στα βουνά, στα πέλαγα, βροντήσει145το φοβερό μας κήρυγμα… «Χτυπάτε, πολεμάρχοι!…Μη λησμονείτε το σχοινί, παιδιά, του Πατριάρχη!»…

[1872*]  ΑΡΙΣΤΡΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

Η Μεγαλοσύνη των λαών δεν μετριέται με το στρέμμα

Με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και με το αίμα.

Κωστής Παλαμάς


Δευτέρα 8 Μαρτίου 2021

Η ΕΛΛΑΣ ΕΥΓΝΩΜΟΝΟΥΣΑ 1821 - 2021

                                            Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!



Ύμνος των προγόνων

 

Εσείς, που πρωτοσπείρατε

της λευτεριάς το σπόρο,

λαχταρισμένο δώρο

στη σκλαβωμένη γη,

 

Εσείς, κι όταν ωρίμασαν

τα στάχυα καρποφόρα,

του θερισμού την ώρα,

μας γίνατε οδηγοί.

 

Σαν ίσκιοι μεγαλόκορμοι

κι απείραχτοι απ’ τα χρόνια

σέρνετε εμάς τ’ αγγόνια

στο δρόμο της τιμής.

 

Κι όπου πολέμου κράξιμο

κι όπου της μάχης κρότοι,

εσείς περνάτε πρώτοι

κι ακολουθούμ’ εμείς.

 

Στη μνήμη σας ανάβομε

χρυσά λιβανιστήρια,

για σας τα νικητήρια

τα χείλη μας υμνούν,

 

και πλέκοντας τα χέρια μας

της δόξας τα στεφάνια,

δική μας περηφάνεια,

στους τάφους σας κρεμνούν.


Γ. ΔΡΟΣΙΝΗΣ


Παρασκευή 10 Ιουλίου 2020

«Ταξίδι στ’ όνειρο»!


«Ταξίδι στ’  όνειρο»!
19 - 22 / 5  / 2006

«Έτσι λοιπόν αρμένισα τις θάλασσες για να ’ρθω στην άγια πολιτεία του Βυζαντίου»
Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς   «Sailing to Byzantium»


ΥΣΤΕΡΑ ΑΠΟ  ΜΙΑ ΑΚΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΝΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΩΣ, ΝΑ ΑΚΥΡΩΣΕΙ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ 1934, ΠΕΡΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ ΩΣ ΜΟΥΣΕΙΟ ΠΑΓΚΟΜΙΑΣ ΚΛΗΡΟΙΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΤΡΕΨΕΙ ΣΕ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΟ ΤΕΜΕΝΟΣ – ΤΖΑΜΙ, ΘΥΜΗΘΗΚΑ ΣΗΜΕΡΑ ΤΙΣ ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΜΟΥ ΣΤΗ ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ. ΤΙΣ ΑΝΠΟΛΩ  ΣΗΜΕΡΑ 10/7/2020,  ΜΙΑ ΑΚΟΜΗ ΑΠΟΦΡΑΔΑ ΜΕΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ.

ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΘΑ ΞΑΝΑΜΠΟΜΕΜΕ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ, ΚΥΡΙΟΣ  ΙΔΕΝ






«Ταξίδι στο όνειρο»! Έτσι αποφάσισα να τιτλοφορήσω τις σκέψεις μου τούτες, μόλις επιστρέψαμε απ’ τη Πόλη. Μόλις ξύπνησα απ’ τ’ όνειρο!  Επήγαμε εκεί με ένα σκοπό, στο πλευρό του Μητροπολίτη μας κ. κ . ΙΑΚΩΒΟΥ και του Νομάρχη μας Παύλου Βογιατζή. Πήγαμε για να επισκεφτούμε τον Πατριάρχη μας και να συμμετάσχουμε στις εκδηλώσεις που γίνονται κάθε χρόνο προς τιμήν των οφφικιάλων του Οικουμενικού Πατριαρχείου, την Κυριακή της Σαμαρείτιδος και συνάμα ημέρα εορτασμού των Αγίων Πατριαρχών και Αρχιεπισκόπων Κωνσταντινουπόλεως. Ακόμα συμμετείχαμε στις εκδηλώσεις τις αφιερωμένες στη συνάντηση και ανάπτυξη σχέσεων των ομογενών νέων της Κωνσταντινουπόλεως μετά των ομογενών νέων Μ. Βρετανίας και Καναδά.
Επήγαμε εκεί, με πρώτο το δάσκαλο μας Παναγιώτη Τσακύρη, η Βυζαντινή και Παραδοσιακή χορωδία της Μητροπόλεως μας»,ΑΓΙΑΣ ΣΙΩΝ», η Βυζαντινή και Παραδοσιακή χορωδία της ενορίας Ι. Ν. Τιμ. Προδρόμου Λισβορίου και τα δυο παραδοσιακά μουσικοχορευτικά συγκροτήματα «ΑΡΙΩΝ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ» και «ΠΑΡΑΛΟΣ – ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ». Επήγαμε για να ‘χουμε την ευκαιρία και την τιμή να σταθούμε πλάι στον Πατριάρχη μας, μα και για ένα …όνειρο!
Παρασκευή 19 Μαΐου
Ξεκίνημα για τ’  όνειρο. Πρωί στο λιμάνι, οι διατυπώσεις, και στο καραβάκι με πλώρη  την Αιολική γη. Σε μιάμιση ώρα… Κυδωνίες. Στ’ αγιονέρια τ’  Αϊβαλιού.
Στα ματωμένα αυτά Αιγιοπελαγίτικα  νερά,  βοούν τα κουφάρια ναΐσκων και μοναστηριών, από δω κι από κει. Σηκωθήκαν να μας καλωσορίσουν!  «Είμαστ’ εδώ! Πάντα θα ‘μαστε δω!»  Πατήσαμε με τρεμάμενα τα πόδια την Αιολίδα γη των πατέρων. Με βουρκωμένα τα μάτια μπαίνουμε στα λεωφορεία και ξεκινάμε για την Πόλη. Τη Βασιλεύουσα Πόλη. Μέσα στους ατέλειωτους κάμπους, καθώς ανηφορίζαμε στ’ όνειρο, το μυαλό θολωμένο. Γιατί;
Και να! Μετά από οχτάωρη πορεία, μέσα από μέρη που και με τη βουβαμάρα τους βοούν… Ελληνικά, μέσα από πανεύφορα εδάφη, μέσα από   οχτάωρη αναπόληση, διαβάζουμε «ISTANBUL». Δε σημαίνει για τους Τούρκους τίποτα αυτή η λέξη· είναι απλά ένα όνομα, μας λέει η Πολίτισσα ξεναγός. Εμείς όμως ξέρουμε τι σημαίνει. Παρά τις προσπάθειες αιώνων για να λησμονηθεί η «Κωνσταντινούπολις» - ποτέ δεν την αναφέρουν οι Τούρκοι έτσι - και το όνομα και μόνο αυτό, βοά Ελληνικά. «Εις την Πόλιν»! Στη Βασιλεύουσα πόλη! Τότε που όλοι οι δρόμοι οδηγούσαν εκεί!
    Βραδάκι φτάσαμε. Πώς να αντέξουν τα πόδια να πατήσουν τα χώματα τούτα; Χιλιάδες σκέψεις, χιλιάδες αναμνήσεις… Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ορθός, ατράνταχτος, πελώριος ίσαμε τον ουρανό, με το σπαθί του στο χέρι, ήρθε να μας ανοίξει δρόμο, μέσα στο συρφετό, που νωχελικά πηγαινοέρχεται πέρα δώθε. Κρύος ιδρώτας μας περιλούζει σύγκορμα την ώρα που τα πόδια μας πατούν της Πόλης τα χώματα τα ονειρεμένα.
Σάββατο 20 Μαΐου.
Ξυπνάμε στην Πόλη. Αλλιώτικο το ξύπνημα τούτο. Ξύπνημα με τρέμουλο στην καρδιά. Ξύπνημα με καρδιοχτύπι! Τι θα δούμε σήμερα; Τι θα συναντήσουμε; Λίγες φορές στη ζωή μας νοιώθουμε κάτι παρόμοιο! Στο δρόμο, κόσμος πολύς, κόσμος παντού, όλες τις ώρες, περπατά  συνέχεια. Κατά μόνας ή με παρέα, άνδρες και γυναίκες, με μαντήλια, ή… Δυτικές. Τσάι και φλυαρία. στις αγορές, στα πεζοδρόμια, στα μαγαζιά, παντού. Καστανάδες, λαχειοπώλες, ενοχλητικοί μικροπωλητές,  λούστροι, κουλουρτζήδες που φωνάζουν συνεχώς «σημίτ»-«σημίτ», ματζουνάδες, σαλεπτζήδες, στο λιμένα του Εμίνονου, εκεί απ’ όπου φεύγουν τα πλοιάρια για βόλτες στον Βόσπορο ή για το δρομολόγιο προς Χαλκηδόνα και Πριγκηπονήσσια (Πρώτη, Αντιγόνη, Χάλκη, Πρίγκηπος). Εδώ σμίγουν όλες οι θάλασσες, Κεράτιος και Βόσπορος και Θάλασσα του Μαρμαρά. Μαζί και η στεριά, η επτάλοφος Πόλη, η Βασιλίδα των πόλεων, με την Αγία Σοφία, με τους εμφανείς χιλιάδες μιναρέδες και τους μισοκρυμμένους – σχεδόν «παράνομους» τρούλους. Προορισμός μας, τα δύο τελευταία λιμάνια των Πριγκιποννήσων. Η Χάλκη και η Πρίγκηπος. Φτάνουμε στη Χάλκη μιάμιση ώρα μετά από την επιβίβασή μας, στο καραβάκι.
Ανεβαίνουμε τώρα στη Θεολογική Σχολή. Εμείς – μπορεί να ανέβει κανείς και με τα πόδια– στριμωχνόμαστε ανά τρεις σε αμαξάκια ιππήλατα, τρεμάμενα αλλά ανθεκτικά, που τα σέρνουν δυο άλογα . Φτάνουμε στον κήπο που περιβάλλει το κτίριο της Σχολής. Όλα όμορφα, πρωτόγνωρα, τακτοποιημένα στην εντέλεια.  Κοιτάζω τα σκαλιά, την ξύλινη είσοδο, το κτήριο, ενσωματωμένο στο περιβάλλον. Σταυροκοπιόμαστε και προχωράμε στην Αγιά - Τριάδα.
Ακολουθεί δέηση στο Ναό της Αγίας Τριάδος,  με τον Σεβ. Μητροπολίτη Μοσχονησίων κ.κ. Απόστολο, ηγουμένου της μονής και φύλακα αγγέλου της Σχολής με  συμπροσευχόμενο το δικό μας επίσκοπο, κ. κ. Ιάκωβο. Στην αίθουσα τελετών της Σχολής, παρόντων των οφφικιάλων του Οικουμενικού Πατριαρχείου, οι προγραμματισμένες εκδηλώσεις και ομιλίες,  οι σχετικές με την ιστορία της Σχολής.
Τι να πει, κανείς γι’ αυτή τη Σχολή που γαλούχησε τόσους μαθητές, όπως τον Πατριάρχη μας, όπως το Μητροπολίτη μας όπως τόσους και τόσους άλλους κληρικούς, Θεολόγους, λαϊκούς; Κλειστή από το 1972, αναμένει από χρόνο σε χρόνο την επαναλειτουργία της. Όλα είναι έτοιμα, όλα καθαρά, για να δεχτεί ξανά μαθητές και φοιτητές. Τι να πει κανείς γι’ αυτή τη βιβλιοθήκη με τα 60.000 βιβλία της; Ο Ηγούμενος μητροπολίτης, με τη ζωντάνια του λόγου του, μας ξενάγησε στους χώρους της. Η παρουσία μας του έδωσε πολλή χαρά. Είπε αυτά που ζεί καθημερινά στην καρδιά του, μέσα στο σιωπηλό χώρο της Σχολής που βοά για το λαμπρό της παρελθόν κι ελπίζει στο μέλλον.
Οι ομορφιές της φύσης, η ησυχία του χώρου, η τοποθεσία του κτιρίου, συνδυάζουν αρμονικά αυτό που είναι φτιαγμένη: Μονή και Σχολή. Τώρα η Σχολή είναι κλειστή. Η Μονή όμως λειτουργεί. Καθημερινά γίνονται όλες οι ακολουθίες”, με λύπη, ελπίδα και προσδοκία για την ώρα που οι προσπάθειες του Πατριάρχη θα έχουν αποτέλεσμα και η Σχολή θα λειτουργήσει κανονικά για τις ανάγκες του Πατριαρχείου και της Εκκλησίας όλης.
Η επίσκεψή μας κλείνει με θαυμασμό της θέας από τη βεράντα της Σχολής, τον αποχαιρετισμό την επιστροφή μας στο λιμάνι προκειμένου να πάρουμε το πλοίο για τον τελευταίο προορισμό μας: την Πρίγκηπο με τα εγκαταλελειμμένα και παρατημένα ξύλινα αρχοντικά των Ρωμιών που τα εγκατέλειψαν αναγκαστικά. Την Πρίγκηπο με τον ναό του Αγίου Γεωργίου όπου ακόμη προσεύχονται από κοινού Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι…
Το απόγευμα άλλες εκπλήξεις. άλλες εμπειρίες. Άγιος Κωνσταντίνος Σταυροδρομίου. Επίσκεψη, προσκύνημα, στον εορτάζοντα ναό Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης. Περιοχή υποβαθμισμένη και κακόφημη. Μα κει στέκει ολόρθος  και ακλόνητος ο Άγιος Κωνσταντίνος για να δίνει τη δικιά του μαρτυρία. Περιμέναμε να βρούμε ένα Ναό, εγκαταλειμμένο, ένα Ναό με πέντε – έξι, γεροντάκια, και βρεθήκαμε μπροστά στο απρόβλεπτο. Ναός πεντακάθαρος, περιποιημένος, εξωραϊσμένος. Κόσμος πολύς, γεμάτος ο ναός, μικροί, μεγάλοι, άνδρες και γυναίκες. Στο θρόνο ο Πατριάρχης μας! Μπαίνοντας πήραμε το σταυρολούλουδο μας από τις κυρίες που κάθονταν στην είσοδο. Γιορτή μεγάλη, Μέγας, πανηγυρικός εσπερινός για την Βασιλεύουσα και τους κτήτορες της.
Κυριακή 21 Μαΐου.
Κωνσταντίνου και Ελένης, των Θεοστέπτων Βασιλέων και ισαποστόλων. Ημέρα γιορτής των κτητόρων της Βασιλεύουσας. Ημέρα γιορτής για τον πρώτο, Μ. Κωνσταντίνο, αλλά και τον τελευταίο, Κωνσταντίνο τον Παλαιολόγο, αυτοκράτορα του Βυζαντίου. Ημέρα επίσκεψης στα δυο προπύργια της Ορθοδοξίας. Της Αγιά Σοφιάς  και του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου.
«Εκεί που τέλειωνε ο Ιππόδρομος υψωνόταν, τότε όπως και τώρα, ο τρούλος της Αγίας Σοφίας, το αριστούργημα της βυζαντινής αρχιτεκτονικής και, στα μάτια πολλών, η ομορφότερη εκκλησία που έχτισαν ποτέ ανθρώπων χέρια. Κανένα άλλο χριστιανικό οικοδόμημα δεν πετυχαίνει τόσο πολύ να σε μεταφέρει στο κατώφλι ενός άλλου κόσμου, όπου το θάμβος τόσο εύλογα υπαινίσσεται την ύπαρξη μιας ανώτερης δύναμης. Η χρυσαφένια αχλή στο εσωτερικό του, οι δέσμες φωτός που διαλύουν τους όγκους, οι πολύτιμοι λίθοι και τα μωσαϊκά κάτω από έναν τρούλο υπέρλαμπρο σαν τον ουράνιο θόλο, κάνουν ακόμη και τους στέρεους τοίχους να μοιάζουν όχι πια εμπόδια αλλά περάσματα σε μια υπερκόσμια πραγματικότητα».
Φτάνουμε στην είσοδο του ναού. Απ’ έξω γράφει ότι πρόκειται για το Μουσείο της Αγια-Σοφιάς. Ε!…Καλά τώρα!
  Μετά από κάποιες διευκρινήσεις από τους ξεναγούς, διασχίζουμε το προαύλιο γρήγορα, αφού βέβαια «…τα ακουμπήσουμε». Περνάμε τα ηλεκτρονικά μηχανήματα, λες και θα μπούμε στο μετρό, φτάνουμε στην είσοδο.  Ανατριχίλα, δέος, δάκρυα…
Τώρα περπατάμε ακροβατώντας στις μύτες των ποδιών μας  μη τυχόν και βεβηλώσουμε την ατέλειωτη Λειτουργιά. Όρθιοι μπροστά μας ο Ιουστινιανός κι η Θεοδώρα, ο Αλέξιος Κομνηνός, ο Ηράκλειος… . Η Άννα Κομνηνή πάνω στο Γυναικωνίτη μόλις και διακρίνεται μέσα απ’ το μαρμάρινο παραπέτι… Μυρουδιές κι  αρώματα, από τα θυμιατά και τα κεριά.
Φύλακες γρηγορείτε…
Μετά κατ’ ευθείαν στο Πατριαρχείο. Το οικουμενικό μας Πατριαρχείο. Το φάρο της Ορθοδοξίας μας. Αφού κατορθώσαμε να ξεγλιστρήσουμε απ’ τα χέρια των πλανόδιων και των μικροπωλητών, τρυπώσαμε στην κυριολεξία στην αυλή του Πατριαρχείου μας. Ο Αστέρης  απ’ το δεξί αναλόγι, με το που μπαίνουμε διαφοροποιεί  τα πάντα. Άλλος κόσμος, άλλος τόπος, άλλος χρόνος. «Αινείτε τον Κύριον εκ των ουρανών…».
Ο Πατριάρχης μας μπροστά στην Αγιά Τράπεζα εν μέσω πλειάδας Αρχιερέων και του δικού μας βέβαια Μητροπολίτη, προσέφερε την αναίμακτη θυσία. Συνέχιζε ν’ ανεβαίνει τ’ ανηφόρι, που τόσοι και τόσοι μάρτυρες Πατριάρχες ανέβηκαν εδώ και 553 χρόνια για να φτάσουν εκεί ψηλά στο γαλάζιο ουρανό. Τι ευλογία… Τι συγκίνηση… Τι ανατριχίλα… Τι δέος… Τι δάκρυ…   
Το απόγευμα στο HOTEL  HILTON οι μουσικοχορευτικές εκδηλώσεις.
«Σαν τα μάρμαρα της Πόλης…», βροντοφωνάζει η χορωδία, και όλοι δακρυσμένοι από κάτω χειροκροτούν.
«Έχε γεια Παναγιά»! Τραγούδι για το Γαλατά, τα Ταταύλα, το Γεντί-Κουλέ, τα Θαραπιά, το Νιοχώρι. «Έχε γεια Παναγιά», όνειρο ήτανε, (μα… δε) τα λησμονήσαμε!
Ο Πατριάρχης μας στο κέντρο παρακολουθεί με συγκίνηση και «επισυνάπτει ως η όρνις τα νοσσία εαυτής».
«Πολυχρόνιον ποιήσαι Κύριος ο θεός τον παναγιώτατον και θειότατον, αυθέντην και Δεσπόστην ημών, τον Οικουμενικόν Πατριάρχην κ. κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΝ»
Σήμερα, η Πόλη είναι μια μεγαλούπολη, μια τουρκο-κουρδική μητρόπολη, με πληθυσμό 15 εκατομμυρίων.  Εκεί, ένα μικρό πλήθος, μια εναπομείνασα μαγιά, προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της και να διαφοροποιηθεί απ’ τη τουρκο-κουρδική αυτή μάζα,  που έπνιξε την Πόλη, γεμίζοντάς τη στην ασιατική πλευρά αλλά και εκατέρωθεν του Κερατίου.
Είναι ο Βαρθολομαίος και το Φανάρι, με τους εναπομείναντες,  1.800 όπως μαθαίνουμε Ρωμιούς, Γιουνάν (Ίωνες) εκεί, Γραικούς αλλού… Είναι πια στην Πόλη η «φολκλόρ» μειονότητα, που κανείς απ’ τους πλανητάρχες δε νοιάζεται γι’ αυτούς.
  Εκριζώθηκε ο ελληνισμός από τη Βασιλίδα των Πόλεων. Συνεχίζουν οι Τούρκοι να τον κλέβουν «νομότυπα» και με τις ευλογίες των πλανηταρχών…. Υπόφεραν και υποφέρουν οι άνθρωποι. Μπορεί τώρα να μην τους σκοτώνουν, να μην τους κακοποιούν, να μην αρπάζουν τις περιουσίες τους, όπως έγινε το 1955, το 1963, το 1974. Αλλά κάποιοι νόμοι που ψηφίζονται, εμποδίζουν την ανάπτυξη, πνίγουν την αξιοπρέπεια, καταπατούν τα ανθρώπινα δικαιώματα… Εν τούτοις υπάρχουν παντού της Ρωμιοσύνης τα σημάδια, μισοκρυμμένα, μισογκρεμισμένα, βεβηλωμένα,  είναι η αλήθεια. Όμως υπάρχουν. ¨Όπου κι αν κοιτάξεις η ματιά σου θα συναντηθεί μ’ αυτά.. Από την Αγία Σοφία ως τον Άγιο Γεώργιο στο Φανάρι, τον Άγιο Νικόλαο, τη Μονή της Χώρας, τα τείχη του Ιουστινιανού, το αγίασμα στο Μπαλουκλί και το Ελληνικό Νοσοκομείο, ως τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης στα Πριγκιποννήσια, που ακόμη περιμένει να ξαναλειτουργήσει (παρ’ όλα τα υπεσχημένα…).
Καλό κουράγιο και δύναμη στους εναπομείναντες.
Δευτέρα 22  Μαΐου.
Κεράτιος και περιήγηση στο Βόσπορο. Σμίγουν τα δάκρυα με του Βοσπόρου τ’ αγιονέρια, ανακατώνονται οι αναστεναγμοί με το μυρωμένο ανοιξιάτικο αεράκι. Εδώ σμίγει το παρελθόν με το παρόν και συντρίβεται η καρδιά κάτω από το βάρος του μεγαλείου της φυλής και της ταπείνωσης. Το γιατί δεν μπορεί να λεχθεί στο μεγάλο πόνο. Δεν βγαίνει, δεν απαντάται. Σιωπάς και εκστατικά ατενίζεις μέσα στους αιώνες το πριν και το τώρα.
 Κατόπιν Εσκί Χισάρ Τοπσουλάρ, Γιάλοβα. Το βραδάκι στην Προύσσα.
Τρίτη 23  Μαΐου.
Πηγαίνοντας “εις την Πόλιν” πηγαίναμε όντως με αγωνία. Σήμερα φεύγουμε με χαρά για το θησαυρό που μας αποκαλύφθηκε. Δεν μπορεί να ξεχαστεί η πόλη, γιατί είναι όνειρο, γιατί είναι ζωή. Δεν μπορεί να ξεχαστεί, γιατί μας χρειάζεται  για να ζήσουμε… Ταπεινά κλείνουμε γόνυ καρδίας στην Μητέρα Εκκλησία, το πρωτόθρονο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, και ζητούμε την ευλογία,
Κι εμείς στις Κυδωνίες τώρα πια, αφήνοντας πίσω μας την Αιολίδα, ξυπνάμε απ’ το όνειρο με ένα πιεστικό ερώτημα;
ΓΙΑΤΙ;