Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

«Θρηνητική ειλικρίνεια» Το άρθρο κόλαφος του Χρήστου Γιανναρά για την κατάσταση μας..


 

 
Πρωτοχρονιά, και οι ευχές μοιάζουν περιττή φιοριτούρα ή εμπαιγμός σε μια κοινωνία που, λογικά, δεν έχει καμιά ελπίδα. Tο μέλλον έχει προδιαγραφεί παγιδευμένο στην απόγνωση. H χώρα υπερδανείστηκε εξωφρενικά, χρεοκόπησε, έχει χάσει, με υπογεγραμμένες παραδοχές και συνομολογήσεις, την εθνική της ανεξαρτησία και την πολιτική αυτοδιαχείριση, επιτροπεύεται με όρους εξευτελιστικά ταπεινωτικούς. Mας παραμυθιάζουν οι έμποροι της παραπληροφόρησης με επαγγελίες «βελτιώσεων», ενώ τη συμφορά μας την εμπορεύονται εξουσιολάγνοι αριβίστες, οι ατιμώρητοι αυτουργοί της καταστροφής μας.
Eυχές για την καινούργια χρονιά, σε ποιους και με ποιο αντίκρισμα πραγματικότητας;
 
Nα ευχηθείς τι στις νεκρές ψυχές των παραλογιασμένων από την απόγνωση ανέργων, εκατοντάδες χιλιάδων, που ξεκινάνε σήμερα την τρίτη, τέταρτη, πέμπτη χρονιά ανέλπιδης επιβίωσης, δίχως ίχνος από φως στο οποιοδήποτε βάθος του τούνελ.
Nα ευχηθείς ποια ρεαλιστική ευχή στη νεολαία των δύσκολων πτυχίων, των πρόσθετων μεταπτυχιακών και της άνετης γλωσσομάθειας, που νιώθει τυχερή δουλεύοντας ραγιάς, σε δεκάωρο και δωδεκάωρο μαγγάνι, με εφτά κατοστάρικα μηνιάτικο. O κάθε χυδαίος, ευνοημένος τυχάρπαστος «επενδυτής» μπορεί να καταλύει κάθε ίχνος «κοινωνικού κράτους» επιβάλλοντας εργασιακό μεσαίωνα απανθρωπίας, αποκλείοντας όνειρα προσωπικής ζωής στις ψυχές που εν ψυχρώ καταρρακώνει.
Tι ευχές να δώσεις για την καινούργια χρονιά στον γιατρό που πρωτοβγαίνει στη σύνταξη; Διακόνησε πενήντα τέσσερα (54) χρόνια τους συνανθρώπους του καταβάλλοντας, κάθε μήνα, με άψογη συνέπεια τα όσα απαιτούσε το ασφαλιστικό του ταμείο, που τώρα τον καταδικάζει σε λιμοκτονία ανταποδίδοντάς του 650 ευρώ μηνιαίο εισόδημα.
Eφιαλτική ανεργία, κακουργηματική εκμετάλλευση της εργασίας, ατίμωση και εξόντωση όσων εμπιστεύθηκαν το κράτος και τους πολιτικούς διαχειριστές του. Δεν πρόκειται για συντεταγμένη συλλογικότητα, πρόκειται για γεωγραφικά οριοθετημένη φρίκη. Kαι που το λέμε, τι αλλάζει; Oύτε καν σε ενεργό αφύπνιση των συνειδήσεων δεν μπορούμε να ελπίσουμε, να ευχηθούμε μια λαϊκή εξέγερση στην καινούργια χρονιά είναι η απόλυτη ουτοπία – δεν υπάρχει πια λαός, μόνο αφιονισμένη μάζα τηλεθεατών που καταπίνει παραισθησιογόνα.
Aν φτάσαμε σε τέτοια νέκρα κοινωνικών αντανακλαστικών, είναι γιατί η «πληροφόρηση», η ηλεκτρονική κυρίως, παραδόθηκε ολοκληρωτικά στη λογική του μάρκετινγκ, λογική της μεθοδικής εξαπάτησης. Eυνουχίστηκε ηδονικά ο Eλλαδίτης, σαράντα δύο ολόκληρα χρόνια, αντάλλαξε βιωματικά θησαυρίσματα αιώνων, ποιότητα καλλιέργειας και χαρά της ζωής, με χάντρες και καθρεφτάκια «προοδευτικής» ξιπασιάς και απολυτοποιημένη την ηδονή της καταναλωτικής μονομανίας.
Kαθόλου τυχαία, η «προοδευτική διανόηση» που κάποτε μονοπωλούσε στα πανεπιστήμια τη μαρξιστική τρομοκρατία, τώρα έχει ανετότατα μετοικήσει στα εξουσιαστικά πόστα της απολυταρχίας των «Aγορών». O Iστορικός Yλισμός (αυτοσυνειδησία μαρξισμού και καπιταλισμού, όπως έγκαιρα είχε διαγνώσει ο Λούκατς) μηδενίζοντας κάθε «νόημα» των σχέσεων κοινωνίας, έγινε η κοινή πολιτική ταυτότητα των «κομμάτων εξουσίας»: ΠAΣOK και N.Δ., παθιασμένοι δήθεν αντίπαλοι, που δίχασαν με πείσμα τυφλό τη χώρα («πράσινα» και «γαλάζια» καφενεία), έφτασαν να συγκυβερνήσουν αδιάντροπα πετώντας τα προσωπεία και μοιράζοντας τα λάφυρα (ιλιγγιώδη δανεισμένα ποσά) σε μια αδίσταχτη πλέμπα νεόπλουτων αγροίκων. Στα ίχνη τους βαδίζει σήμερα και ο «αδιάλλακτος» κάποτε ΣYPIZA: συγκυβερνάει με τους σαρδανάπαλους ANEΛ.
Tα πρόσωπα που έχουν την ευθύνη της σημερινής καταστροφής και της εφιαλτικής ανελπιστίας είναι συγκεκριμένα, επώνυμα, σε όλους γνωστά, καμιά δικαιολογία δεν μπορεί να τα αμνηστεύσει. Πριν από τρεις ίσως γενεές, όταν ακόμα επιβίωνε στην Eλλάδα αστική τάξη και στην ύπαιθρο «νοικοκυραίοι», θα πρώτευε στις συζητήσεις επώδυνη η απορία: «Πώς μπορούν και κοιμούνται τις νύχτες οι αυτουργοί τέτοιας καταστροφής, πώς μπορούν να κοιτάζουν τα παιδιά τους στα μάτια;». Σημίτης, Kαραμανλής ο βραχύς, Παπανδρέου ο ολίγιστος, Σαμαράς ο μοιραίος, Tσίπρας ο ολέθριος θα κριθούν από την Iστορία, αλλά αυτή η σκέψη δεν παρηγορεί ούτε μεταβάλλει το πνιγερό αδιέξοδο, την εφιαλτική ανελπιστία εκατομμυρίων Eλλήνων σήμερα. Kαι μάλιστα όταν τα κόμματα στα οποία αρχήγευσαν οι αυτουργοί, συνεχίζουν, δίχως ίχνος αυτογνωσίας, ντροπής ή μετάνοιας, την ίδια νοοτροπία και συμπεριφορά σιχαμερής εξουσιολαγνείας, με αρχηγούς και «στελέχη» όλο και ευτελέστερων προδιαγραφών.
Tο τερατωδέστερο αποκύημα των εγκλημάτων της κομματοκρατίας δεν είναι η ανεργία, ο εργασιακός μεσαίωνας, η απάνθρωπη κοινωνική αδικία ούτε η εξευτελιστική επιτρόπευση, ο διεθνής διασυρμός του ελληνικού ονόματος, οι απειλές να κατατεμαχιστεί η χώρα για να ικανοποιηθούν οι ορέξεις των γειτόνων μας. Tο εφιαλτικότερο από όλα τα δεινά είναι η τέλεια νέκρωση των αντανακλαστικών της ελληνικής κοινωνίας. Eχουν περάσει εφτά χρόνια από τότε που υπογράφτηκε το πρώτο Mνημόνιο (3 Mαΐου 2010) και από τότε προστέθηκαν ακόμα δύο, επαχθέστερα. Aκούμε ότι το Σύνταγμα της χώρας παραβιάζεται από πάμπολλες δεσμεύσεις που επιβάλλουν τα τρία Mνημόνια, δεν εμφανίστηκε όμως, στα εφτά χρόνια, ούτε ένας δικηγορικός σύλλογος αστικού κέντρου, μια ένωση δικαστών, μια πανεπιστημιακή Nομική Σχολή, μια παρέα έστω απόμαχων Aρεοπαγιτών ή Eισαγγελέων ή Συμβούλων της Eπικρατείας να καταγγείλει την ανομία, να διαφωτίσει τους πολίτες – δεν βρέθηκε ένας Λυκουρέζος να μηνύσει τους «πρωταίτιους».
Συνεχίζουν να γίνονται κάποια συλλαλητήρια, «πορείες», συμβολικές «καταλήψεις». Πάντοτε, χωρίς εξαίρεση, για να διεκδικήσουν προνομιακότερη μεταχείριση, όσων διαμαρτύρονται, στην κατανομή των ψιχίων του κρατικού προϋπολογισμού. Ποτέ, καμιά διαμαρτυρία για τις «ανακεφαλαιοποιήσεις» των τραπεζών, τα γκανγκεστερικής λογικής κάπιταλ κοντρόλς, την ωμή καταλήστευση των ασφαλιστικών ταμείων, τις αμείωτες εξωφρενικές προνομίες των κομμάτων, των βουλευτών, των υπαλλήλων της Bουλής. Ποτέ, κανένα συλλαλητήριο για τον εργασιακό μεσαίωνα.
Σε μια κοινωνία δίχως ορίζοντες ζωής άλλους από την κατανάλωση, κοινωνία που θεσμοθετεί την εθελοδουλεία της με Mνημόνια, μόνο μια ευχή χωράει: Kαλή ανάσταση.

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

Ἡ ἔξωση τοῦ πολιτισμοῦ

Ιστορικός - Συγγραφέας

Αποτέλεσμα εικόνας για γκρεμίζω
Πηγή: 
 Κόντρα
Η λεξη πολιτική παράγεται ἀπὸ τὸ «πόλις», τὸ αὐστηρὸ προγονικὸ μας ἰδανικό. Ἀπὸ τὸ «πόλις» παράγεται καὶ ὁ πολιτισμὸς. Ἄρα, πολιτικὴ καὶ πολιτισμὸς εἶναι ἔννοιες ὁμόρριζες. Σήμερα ὅμως οὔτε τὸ ἕνα οὔτε τὸ ἄλλο παράγονται στὴν Ἑλλάδα. Ὁ λόγος εἶναι ἁπλὸς: δὲν κάνουμε πολιτικὴ, κάνουμε κομματισμό. Καὶ ἀφοῦ δὲν κάνουμε πολιτική, δὲν κάνουμε οὔτε πολιτισμό. Πρέπει κάποτε νὰ κατανοηθεῖ ὅτι ἡ δημοκρατία εἶναι πολίτευμα αἰσθητικό, πολίτευμα τοῦ γούστου καὶ ὄχι τοῦ «γουστάρω». Πολίτευμα τοῦ «πρέπει» καὶ ὄχι τοῦ «κάνω ὅ,τι θέλω». Τὸ «πρέπει» δὲν εἶναι δεσμός εἶναι σύν-δεσμός. Ὅπως παραλύει ἡ γλῶσσα χωρίς συνδέσμους, ὅμοια παραλύει καὶ ἡ δημοκρατία χωρὶς τὰ ἀναγκαῖα «πρέπει». Ἡ θάλασσα στὴν ὁποία πρέπει νὰ κολυμπᾶ ὁ δημοκρατικὸς πολίτης δὲν πρέπει νὰ εἶναι βρόμικη καὶ θολὴ, γιατὶ μοιραῖα κι αὐτὸς θὰ λερωθεῖ. Ἡ βρομιὰ τοῦ νεροῦ εὐνοεῖ τὴν ἀνάδειξη εὐτελῶν. Μιὰ λαϊκὴ παροιμία τὸ ἐκφράζει πολύ παραστατικὰ: «Ἐφύρασεν ἡ θάλασσα κι ἐπλεῦσαν κι οἱ κα(β)οῦροι». Δηλαδή, λερώθηκε ἡ θάλασσα καὶ ἐπιπλεῦσαν ἀκόμη καὶ τὰ καβούρια. Μιὰ ματιὰ στὴν πρωτεύουσα –ἀκόμη καὶ στὰ πιὸ ἱερὰ της σημεῖα– προκαλεῖ πλέον ἀπέχθεια.
Ἡ Ἀθήνα ἐδῶ καὶ καιρὸ –ἰδίως τὸν τελευταῖο καιρὸ–ἔχει γίνει μιὰ πόλη-σκιάχτρο, γεμάτη ἀπὸ ξενοίκιαστα σπίτια καὶ μαγαζιὰ, ποὺ εἶναι τώρα κατάλληλα γιὰ λέσχη ἀρσενικῶν γάτων. Κι ὅμως ἡ Ἀθήνα, ἡ «ζαφειρόπετρα στῆς γῆς τὸ δαχτυλίδι», ὅπως τὴν εἶπε ὁ Παλαμᾶς, ἔπρεπε νὰ παραμένει χαρᾶς ἰδέα, παγκόσμιιο κόσμημα ὀμορφιᾶς γιατὶ ἦταν ἡ μήτρα τῆς πολιτικῆς καὶ τοῦ πολιτισμοῦ. Ὅποιος εὐαίσθητος κυκλοφορεῖ στοὺς δρόμους της αἰσθάνεται πνιγμό. Νιώθει ὅτι ἀναπνέει ἕνα νευροπαραλυτικό ἀέριο. Προσωπικὰ μοῦ προκαλεῖ ρίγος αὐτὴ ἡ κρύα ρουτίνα τῆς κακομοιριᾶς. Κι ὅλα αὐτὰ δὲν ὀφείλονται στὴν Κρίση. Τῆς οἰκονομικῆς κρίσης προϋπῆρχε ἡ κρίση τῆς ἠθικῆς. Δὲν μοῦ ἀρέσει νὰ ἠθικολογῶ, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸ πῶ: Δὲν οἰκοδομήσαμε δημοκρατία τῆς ἀρετῆς. Καὶ ἡ Ἑλλἀδα ἔγινε ξαφνικὰ μιὰ σκλαβωμένη νεράιδα. Κάποτε ὑπῆρχαν κάποιοι ποὺ τὴν εἶχαν βαθιὰ ἀγαπήσει καὶ θυσιαστικὰ ὑπηρετήσει. Ἀλλὰ τὸ κάποτε εἶναι πολύ διαφορετικὸ ἀπὸ τὸ τώρα. Σήμερα τὸ κοινωνικὸ μας στίγμα δὲν τὸ καθορίζουν οἱ πολιτισμένοι ἄνθρωποι, τὸ καθορίζουν οἱ ἀπατεῶνες. Ἀλλ’ ὅλοι οἱ ἀπατεῶνες τῆς γῆς δὲν εἶναι τίποτα μπρὸς στὸν ἀπατεῶνα ποὺ ἐξαπατᾶ τὸν ἑαυτὸ του, ἔχει γράψει ὁ Ντίκενς στὶς «Μεγάλες Προσδοκίες». Κι ἐμεῖς ξεκινήσαμε μὲ μεγάλες προσδοκίες ποὺ ὅμως κατέληξαν σὲ μεγάλες προδοσίες. Ἤξερα δεκάδες ὁμηλίκους ἤ κατὰ τι νεώτερούς μου ποὺ ξεκίνησαν ἀπὸ τὴ «Νεολαία Λαμπράκη» καὶ κατέληξαν στὸ συγκρότημα Λαμπράκη! Θυμᾶμαι ἕναν πάνσοφο συμφοιτητὴ μου ποὺ κρατοῦσε σφικτὰ τὸ κεφάλι του σὰν νὰ φοβόταν μήπως ἐκραγεῖ ἀπὸ τὸ φορτίο τῶν γνώσεων ποὺ εἶχε μέσα. Οἱ ἰδέες ἔρχονταν στὸ μυαλό του, ὅπως ἔρχονται τὰ πουλιὰ στὸ δέντρο τῆς αὐλῆς μου. Κι ὅμως ἔγινε «παρακεντἐς» ἑνὸς φθηνοῦ πολιτικοῦ. Δὲν ἔδωσε στὴν πολιτικὴ καὶ στὸν πολιτισμὸ τίποτε. Στὸν ἑαυτὸ του μιὰ πανεπιστιμιακὴ θέση. Κι ὅταν κάποτε τὸν ἐπέπληξα, μοῦ ἀποκρίθηκε ὠμὰ: «Πολιτικὴ εἶναι ἡ ἔκφραση συγκεκριμένων καὶ συγκροτημένων συμφερόντων»! Κι ἐγὼ ἀφελῶς πἰστευα στὸ Ἀριστοτελικὸ ὅτι «πολιτικὴ ἐστι ἐπιστήμη τὰ καλὰ καὶ τὰ δίκαια σκοπουμένη». Καὶ ἐπειδὴ αὐτὸ πίστευα καὶ αὐτὸ δίδασκα καὶ διδάσκω κάποιος ρεαλιστὴς μοῦ εἶπε συμπονετικά: «Εἶσαι βαθιά νυχτωμένος». Ὁ ἄνθρωπος κάπνιζε κουβανέζικα ποῦρα Κοχίμπα σὰν νεόπλουτος... Ἀριστερὸς!
Ὅσοι παρακολουθοῦν τὰ κοινωνικὰ δρώμενα ὄχι γιὰ νὰ ἐπωφεληθοῦν ἀπὸ τὶς ἐξελίξεις διαπιστώνουν μὲ θλίψη ὅτι ὁ ὑπόκοσμος γίνεται... ἀφρόκοσμος. Ὅσο κι ἄν φαίνεται περίεργο, ὁ εὐτελισμὸς τῶν πραγμάτων ἄρχισε ἀπὸ τὸν εὐτελισμό τῶν λέξεων. Ἤ καὶ τὸ ἀντίστροφο: ὁ εὐτελισμὸς τῶν πραγμάτων ἔφερε καὶ τὸν εὐτελισμό τῶν λέξεων. Οἱ λέξεις εἶναι σὰν τὸν πηλό. Και ἄν τὶς πλάσει κάποιος καλὰ δημιουργεῖ ἀγάλματα. Ἡ λέξη ἄγαλμα παράγεται ἀπὸ τὸ ἀγάλλομαι ποὺ σημαίνει χαίρομαι, ἀπολαμβάνω, θαυμάζω. Άντίθετα οἱ Λατίνοι αὐτὸ ποὺ ἐμεῖς ὀνομάζουμε ἄγαλμα τὸ ἔλεγαν statua ποὺ σημαίνει κάτι ποὺ στέκεται. Στέκεται ὅμως κι ἕνα σκαμνί. Αὐτὸ δὲν τὸ κάνει ἄγαλμα. Τοῦτο δείχνει τὴ διαφορὰ ποὺ ὑπῆρχε ἀνάμεσα στὸν ἑλληνικὸ καὶ τὸν ρωμαϊκὸ πολιτισμό. Καὶ ἡ διαφορὰ αὐτὴ γεννοῦσε ἀνάλογη διαφορὰ καὶ στὴν πολιτικὴ. Ἡ Ρώμη ὅσο κι ἄν ὑπερτέρησε στρατιωτικὰ, δὲν μπόρεσε νὰ δώσει πολιτικὸ πολιτισμό. Αὐτὸ ἦταν προνόμιο μόνο τῶν Ἑλλήνων. Τοῦτο τὸ προνόμιο ἀτυχῶς κάνουμε πᾶν τὸ δυνατὸν νὰ τὸ ἀποβάλουμε ἐμεῖς.

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Ο Noam Chomsky για τη Δημοκρατία

Ο Noam Chomsky για τη Δημοκρατία

http://eranistis.net/wordpressο 

Φάνης Καψωμάνης
Με αφορμή την επονομαζόμενη στις μέρες μας μεγάλη οικονομική κρίση, η οποία, συνδυαζόμενη από τη μια με (και υποκινούμενη από) τους οικονομικούς ανταγωνισμούς των επιχειρήσεων οικονομικών κολοσσών και των κυβερνήσεων των αναπτυγμένων κρατών, και από την άλλη με τη βίαιη και πολύτροπη επίθεση ενάντια στα (από καιρό κατακτημένα) δικαιώματα, τον τρόπο ζωής και την ισχύ των μεσαίων και κατώτερων κοινωνικών και οικονομικών στρωμάτων, και έχοντας έτσι επιφέρει από μικρές έως πολύ μεγάλες αλλαγές στη ζωή του καθενός από μας, έχουμε αρχίσει, ο καθένας ατομικά, αλλά και ως ομάδες – μικρές – να σκεφτόμαστε σχετικά με την κοινωνία στην οποία ως τώρα ζούσαμε, τις δομές και τον τρόπο οργάνωσής της, το πολίτευμα και τις αρχές της. Και από όποια πλευρά κι αν το κοιτάξουμε, θα δούμε πως στη βάση του όλου ζητήματος, τουλάχιστον όσον αφορά τη χώρα μας, με τις ιδιαίτερες και γνωστές σε όλους μας παθογένειές της, που την κατέστησαν εύκολο θύμα της οικονομικής κρίσης, βρίσκεται μια κρίση του τρόπου πολιτικής οργάνωσης και λειτουργίας της, μια κρίση τελικά δημοκρατίας.
Μάθαμε τόσα χρόνια να λέμε πως η δημοκρατία είναι το άριστο πολίτευμα, πως η χώρα μας είναι μια δημοκρατική χώρα, πως ζούμε σε μια δημοκρατία κι εμείς είμαστε δημοκρατικοί πολίτες. Για ποια δημοκρατία μιλάμε όμως; Όχι φυσικά για την αρχαία αθηναϊκή, την «άμεση». Σίγουρα όχι και για τη σοσιαλιστική, την οποία, όσοι δεν είμαστε κομμουνιστές παλαιάς κοπής, αρεσκόμαστε να αποκαλούμε «υπαρκτό σοσιαλισμό». Μήπως όμως θα έπρεπε να αποκαλούμε και τη δική μας κοινωνία, αλλά και όλες τις δυτικές, ως χώρες της 
«υπαρκτής δημοκρατίας», σε αντιδιαστολή με αυτό που θα έπρεπε πραγματικά να είναι;
Και από όποια πλευρά κι αν το κοιτάξουμε, θα δούμε πως στη βάση του όλου ζητήματος, τουλάχιστον όσον αφορά τη χώρα μας, με τις ιδιαίτερες και γνωστές σε όλους μας παθογένειές της, που την κατέστησαν εύκολο θύμα της οικονομικής κρίσης, βρίσκεται μια κρίση του τρόπου πολιτικής οργάνωσης και λειτουργίας της, μια κρίση τελικά δημοκρατίας.
Και από όποια πλευρά κι αν το κοιτάξουμε, θα δούμε πως στη βάση του όλου ζητήματος, τουλάχιστον όσον αφορά τη χώρα μας, με τις ιδιαίτερες και γνωστές σε όλους μας παθογένειές της, που την κατέστησαν εύκολο θύμα της οικονομικής κρίσης, βρίσκεται μια κρίση του τρόπου πολιτικής οργάνωσης και λειτουργίας της, μια κρίση τελικά δημοκρατίας.
Στο πλαίσιο αυτού του προβληματισμού θεωρώ πολύ χρήσιμο να ρίξουμε όλοι μας μια ματιά σ’ ένα κείμενο του Noam Chomsky για τη δημοκρατία (το οποίο περιέχεται στο βιβλίο του «Νέα Τάξη: Μυστικά και Ψέμματα», ελλ. μτφρ. Α. Αλαβάνου, Αθήνα 2000, σ.17-21): για το πώς αυτή λειτουργεί, ποιους και πώς εκλέγει ως υπεύθυνους για τη λειτουργία της, πώς αυτοί εκπαιδεύονται για να ασκήσουν το λειτούργημά τους και με ποια μέσα βοηθούνται στην άσκηση των καθηκόντων τους. Γράφει λοιπόν ο μεγάλος σύγχρονος διανοητής:
 «Ο Λίπμαν […] υποστήριξε ότι σε μία δημοκρατία που λειτουργεί σωστά υπάρχουν τάξεις πολιτών. Υπάρχει πρώτ’ απ’ όλα η τάξη των πολιτών που πρέπει να συμμετέχουν ενεργητικά στη διαχείριση των δημοσίων υποθέσεων. Αυτή είναι η ειδικευμένη τάξη. Είναι οι άνθρωποι που αναλύουν, εκτελούν, παίρνουν αποφάσεις και διαχειρίζονται τα πράγματα στα πολιτικά, οικονομικά και ιδεολογικά συστήματα. Αυτό είναι μόνο ένα μικρό ποσοστό του πληθυσμού. Φυσικά, οποιοσδήποτε προτείνει αυτές τις ιδέες, πάντα είναι μέλος αυτής της μικρής ομάδας και μιλά για το τι θα έπρεπε να κάνουν γιααυτούς τους άλλους. Αυτούς τους άλλους, αυτούς έξω από τη μικρή ομάδα, τη μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού, το «κοπάδι που τα ’χει χαμένα», όπως έλεγε ο Λίπμαν. Πρέπει να προστατεύσουμε τους εαυτούς μας από το «ποδοπάτημα και το βρυχηθμό του ζαλισμένου κοπαδιού». Τώρα υπάρχουν δύο «λειτουργίες» σε μια δημοκρατία: Η ειδικευμένη τάξη, οι υπεύθυνοι άνθρωποι διεξάγουν την εκτελεστική λειτουργία, που σημαίνει ότι αυτοί είναι που σκέφτονται, σχεδιάζουν και καταλαβαίνουν τα κοινά συμφέροντα. Μετά είναι και το ζαλισμένο κοπάδι, και αυτό έχει μια λειτουργία στη δημοκρατία. Η λειτουργία του σε μια δημοκρατία, είπε, συνίσταται στο να αποτελεί τους «θεατές» και όχι τους συμμετέχοντες στη δράση. Αλλά έχει κάτι περισσότερο από αυτή τη λειτουργία, γιατί υπάρχει δημοκρατία. Περιστασιακά επιτρέπεται να ρίχνει το βάρος του στο ένα ή το άλλο μέρος της ειδικευμένης τάξης. Με άλλα λόγια, επιτρέπεται στα μέλη του κοπαδιού να πουν «Σε θέλουμε για αρχηγό μας» ή «Θέλουμε εσένα για αρχηγό μας». Και αυτό επειδή υπάρχει δημοκρατία και όχι απολυταρχία. Αυτό λέγεται εκλογές. Αλλά αφού έχουν εκλέξει το ένα ή το άλλο μέρος της ειδικευμένης τάξης, υποτίθεται ότι βυθίζονται πάλι και γίνονται θεατές της δράσης και όχι συμμετέχοντες. Αυτή είναι μια δημοκρατία που λειτουργεί σωστά.
Και υπάρχει λογική σ’ αυτό. Υπάρχει ακόμη ένα είδος αναγκαστικής ηθικής αρχής. Η αναγκαστική ηθική αρχή είναι ότι η μάζα του κοινού είναι πολύ ηλίθια για να μπορεί να κατανοεί τα πράγματα. Εάν επιχειρήσουν αυτοί οι άνθρωποι να συμμετέχουν στη διαχείριση των δικών τους υποθέσεων, το μόνο που θα προκαλέσουν είναι προβλήματα. Συνεπώς, θα ήταν ανήθικο και μη αρμόζον να τους επιτρέψουμε να το κάνουν. Πρέπει να δαμάσουμε το ζαλισμένο κοπάδι, να μην επιτρέψουμε στο ζαλισμένο κοπάδι να οργιστεί και να τσαλαπατήσει και να καταστρέψει τα πράγματα. Είναι ακριβώς η ίδια λογική που λέει ότι δεν είναι σωστό να αφήνεις σε ένα παιδί τριών χρονών αυτό το είδος της ελευθερίας, διότι δεν ξέρει πώς να χειριστεί αυτή την ελευθερία. Αντίστοιχα, δεν επιτρέπεις στο ζαλισμένο κοπάδι να συμμετέχει στη δράση. Θα προκαλέσει μπελάδες.
Μάθαμε τόσα χρόνια να λέμε πως η δημοκρατία είναι το άριστο πολίτευμα, πως η χώρα μας είναι μια δημοκρατική χώρα, πως ζούμε σε μια δημοκρατία κι εμείς είμαστε δημοκρατικοί πολίτες.
Μάθαμε τόσα χρόνια να λέμε πως η δημοκρατία είναι το άριστο πολίτευμα, πως η χώρα μας είναι μια δημοκρατική χώρα, πως ζούμε σε μια δημοκρατία κι εμείς είμαστε δημοκρατικοί πολίτες.
Έτσι, χρειαζόμαστε κάτι για να δαμάσουμε το ζαλισμένο κοπάδι, κι αυτό το κάτι είναι η νέα επανάσταση στην τέχνη της δημοκρατίας: Η κατασκευή συναίνεσης. Τα μέσα ενημέρωσης, τα σχολεία και η λαϊκή κουλτούρα πρέπει να καταμεριστούν.
[…] Αυτή η άποψη έχει αναπτυχθεί από πολλούς ανθρώπους. Στην πραγματικότητα, είναι πολύ συμβατική. Για παράδειγμα, ο εξέχων θεολόγος και επικριτής της εξωτερικής πολιτικής Ράινχολντ Νίμπουρ, που μερικές φορές αποκαλούνταν «ο θεολόγος του κατεστημένου», ο γκουρού Τζορτζ Κέναν και οι διανοούμενοι του Κένεντι αποφάνθηκαν ότι ο ορθολογισμός είναι μια ικανότητα που περιορίζεται σε πολύ στενό κύκλο ανθρώπων. Οι περισσότεροι άνθρωποι καθοδηγούνται από το συναίσθημα και την παρόρμηση. Εκείνοι από εμάς που έχουν ορθολογισμό πρέπει να δημιουργήσουν τις «αναγκαίες ψευδαισθήσεις» και το συγκινησιακό δυναμικό των «υπεραπλουστεύσεων» για να κρατήσουν τα απλοϊκά κουτορνίθια λίγο πολύ σε συντεταγμένη πορεία. Αυτό έγινε ουσιώδες τμήμα της σύγχρονης πολιτικής επιστήμης. Στη δεκαετία του 1920 και στις αρχές της δεκαετίας του 1930, ο Χάρολντ Λάσγουελ, ιδρυτής του σύγχρονου επιστημονικού κλάδου της επικοινωνίας και ένας από τους εξέχοντες Αμερικανούς πολιτικούς επιστήμονες, εξήγησε ότι δε θα έπρεπε να υποκύψουμε στους «δημοκρατικούς δογματισμούς ότι οι άνθρωποι είναι οι καλύτεροι κριτές των δημοσίων συμφερόντων τους». Διότι δεν είναι, εμείς είμαστε οι καλύτεροι κριτές των δημοσίων συμφερόντων. Συνεπώς, εκτός της συνηθισμένης ηθικότητας, πρέπει να σιγουρέψουμε ότι δε θα έχουν την ευκαιρία να δράσουν στη βάση των εσφαλμένων εκτιμήσεών τους. Σε εκείνο που επί των ημερών μας αποκλήθηκε ολοκληρωτικό κράτος ή στρατιωτικό κράτος, αυτό είναι εύκολο. Απλώς, κρατάτε ένα ρόπαλο απάνω από τα κεφάλια τους και εάν παρεκκλίνουν τους το κοπανάτε στο κεφάλι. Αλλά καθώς η κοινωνία γίνεται όλο και πιο ελεύθερη και πιο δημοκρατική, χάνετε αυτήν την ικανότητα. Συνεπώς, πρέπει να στραφείτε στις τεχνικές της προπαγάνδας. Η λογική είναι σαφής. Η προπαγάνδα είναι για τη δημοκρατία ό,τι το ρόπαλο σε ένα ολοκληρωτικό κράτος. Αυτό είναι σοφό και καλό, διότι, και πάλι, τα κοινά συμφέροντα διαφεύγουν από το ζαλισμένο κοπάδι. Αυτοί, του κοπαδιού, δεν μπορούν καν να τα σκεφτούν».
Οι συσχετισμοί είναι σαφείς και οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα, χώρες και γεγονότα δεν είναι καθόλου τυχαία. Τι θέλουμε να είμαστε λοιπόν; Κοπάδι ζαλισμένο και υπό επαγγελματία βοσκού φερόμενο ή πραγματική κοινωνία υπεύθυνων, δημοκρατικών και συμμετεχόντων αληθινών πολιτών; Η επιλογή, αν και όχι εύκολα υλοποιήσιμη, είναι δική μας.