Παρασκευή 19 Μαρτίου 2021

Η ΕΛΛΑΣ ΕΥΓΝΩΜΟΝΟΥΣΑ. 1821 - 2021 (200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠ' ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ)

 




 Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη

ων Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!


Αθανάσιος Διάκος ο μεγαλοεθνομάρτυρας

Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου


Μια από τις πιο αγνές και πιο ηρωικές φυσιογνωμίες της Επανάστασης του 1821 είναι ο μεγαλοεθνομάρτυρας Αθανάσιος Διάκος. Έτσι έμεινε στην Ιστορία. Διάκος ήταν η εκκλησιαστική του ιδιότητα. Χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος στη Μονή Τιμίου Προδρόμου Αρτοτίνας Φωκίδας. Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Γραμματικός και κατ’ άλλους Μασσαβέτας. Μεγαλοεθνομάρτυρα τον ονομάσαμε λόγω των υπέρ της Πίστεως και της Πατρίδας φρικτών βασανιστηρίων τα οποία υπέστη πριν να εκτελεσθεί με τον αγριότερο τρόπο, που έχει καταγράψει η Ιστορία, να σουβλιστεί ζωντανός. Το σούβλισμα αλλιώς ονομάζεται παλούκωμα και ανασκολοπισμός. Κατ’ αυτόν οι δήμιοι – βασανιστές έδεναν τον μελλοθάνατο σε ξύλινο ή μεταλλικό πάσαλο (σκόλοπα), ή περνούσαν τον πάσαλο στο κορμί του και τον έψηναν ζωντανό.

Ο ήρωας γεννήθηκε το 1788 στην Άνω Μουσουνίτσα (σήμερα έχει μετονομαθεί σε Αθανάσιος Διάκος) ή στην Αρτοτίνα Φωκίδας. Σε ηλικία 12 ετών εστάλη από την μητέρα του στη Μονή Τιμίου Προδρόμου για να μάθει γράμματα και έγινε καλογεροπαίδι. Λόγω των ικανοτήτων του και της αρετής του χειροτονήθηκε νεότατος (17 ετών) Διάκονος. Όταν  Οθωμανός τιτλούχος επισκέφθηκε το μοναστήρι εντυπωσιάστηκε από την εμφάνιση του Αθανασίου και του έκανε ανήθικη πρόταση. Ο Διάκος αντιστάθηκε και πάνω στον καβγά τον σκότωσε. Τότε αναγκάστηκε να φύγει στα βουνά και να γίνει κλέφτης. Αργότερα ηγήθηκε του αρματωλικίου της Λεβαδειάς, έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας και άρχισε να συνεννοείται για την Επανάσταση. Στις 27 Μαρτίου 1821 στη Μονή Οσίου Λουκά οι Επίσκοποι Σαλώνων Ησαΐας και Ταλαντίου Νεόφυτος, μαζί με τον Διάκο και οπλαρχηγούς και προεστούς της Ρούμελης κήρυξαν την Επανάσταση, ψάλλοντας το «Σώσον Κύριε τον λαόν Σου…».

Πολυάριθμος οθωμανικός στρατός, με 8000 στρατιώτες και 1000 ιππείς και με επικεφαλής τους τον Ομέρ Βρυώνη, κινήθηκε εναντίον των επαναστατημένων Ελλήνων της Ρούμελης  με σκοπό να καταστείλει την εκεί εξέγερση και να προχωρήσει προς την επίσης επαναστατημένη Πελοπόννησο. Οι Έλληνες αποφάσισαν να αντισταθούν.  Ήσαν λίγοι σε σχέση με τους Τούρκους, περίπου 1500, χωρισμένοι σε τρία τμήματα και δεν ήσαν έμπειροι σε πολέμους κατά παράταξη, όμως ήσαν αποφασισμένοι να αντιμετωπίσουν, ως διάδοχοι του Λεωνίδα και των 300 του,  κοντά στις Θερμοπύλες τους Οσμανλήδες.

Ο Διάκος ανέλαβε να τους αντιμετωπίσει στο γεφύρι της Αλαμάνας. Η μάχη που έδωσαν ο Διάκος με τα λίγα παλληκάρια του ήταν ηρωική αλλά άνιση. Ο ίδιος πληγώθηκε βαριά και πιάστηκε αιχμάλωτος. Ο Ομέρ του έταξε να τον κάνει ανώτερο αξιωματικό αν αλλαξοπιστούσε, αλλά εκείνος του απάντησε: «Εγώ γραικός γεννήθηκα, γραικός θε ν’ αποθάνω». Ο Διάκος αντιμετώπισε με θάρρος και γαλήνια τον βασανιστικό του θάνατο, στις 24 Απριλίου 1821. Ο Αθανάσιος Διάκος αγαπούσε πολύ τον Χριστό και μαρτύρησε γι’ Αυτόν και την Πατρίδα σε ηλικία 33 ετών, όπως Εκείνος. Το μόνο του παράπονο ήταν ότι δεν θα έβλεπε την ελευθερία της Πατρίδας του. Λέγεται ότι είπε αλληγορικά: «Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει, τώρα π’ ανθίζουν τα κλαδιά και βγάζει η γη χορτάρι».

Ο αείμνηστος Μητροπολίτης Φθιώτιδος Νικόλαος προώθησε την διακήρυξη της αγιότητας του Αθανασίου Διάκου, αλλά η πρότασή του δεν έχει γίνει δεκτή έως σήμερα από την Ιερά Σύνοδο. Για το θέμα ο μακαριστός Μητροπολίτης δήλωσε:
«Ο Αθανάσιος Διάκος δικαίως ονομάσθηκε “Ο ηρωικότερος των ηρώων της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 και ο γενναιότερος των γενναίων”. Υπήρξε ομολογητής του Χριστού και μάρτυρας με τη γνησιότητα και τη ζωντάνια των μαρτύρων της πρωτοχριστιανικής εποχής. Προκλήθηκε να αρνηθεί την πίστη του με πλούσιες ανταμοιβές και δελεάσματα, αλλά έμεινε αμετακίνητος, προτιμήσας τον μαρτυρικό θάνατο από την προδοσία και την ατιμία. Ο δι΄ ανασκολοπισμού μαρτυρικός θάνατός του υπήρξε “το γνησιώτερον βάπτισμα”, όπως χαρακτηρίζουν οι Διαταγές των Αποστόλων τον θάνατο του μάρτυρος, το οποίο εξάλειψε κάθε αμαρτία και τον παρέδωσε καθαρόν και άγιον εις τον Θεόν».

ΑΝΘΟΛΟΓΗΣΗ
Μήνυμα του Διάκου προς στρατολόγηση ανδρών: «Τοις αγαπητοίς μοι Ραχωβίτες υγιώς, εις Ράχωβαν. Αιδεσιμώτατε Άγιε Πρωτόπαπα και Παπά Δημήτρη ευλαβώς προσκυνώ και αγαπητοί μοι Γιωργάκη Σιδερά και Γιάννη Αλεξανδρή. Σας φανερώνω λαμβάνοντας το παρόν μου αμέσως να σηκωθήτε να μαζώξετε όλους τους Ραγιάδες να μου ξεμερώσετε Τρίτη πουρνό εις Λυκούρεσιν όπου να έλθετε όλοι: 200 ονομάτοι και της ώρας μαζύ με τα άρματά σας. Να πάρετε και 10 φορτώματα ψωμί και κρασί και εληές και όλον τον τζημπχεανέν όπου έχετε μπαρούτιν και κουρσούμια και να μου φέρετε 6 άλογα καλά μεζηλιάρικα και έτζι να μου ακολουθήσετε εξ αποφάσεως. Υγιαίνετε, 1821:28 Μαρτίου, Κάπερνα. Ο αγαπητός σας Θανάσης Διάκος».  

Ο Μακρυγιάννης για τον Διάκο: «Ο Διάκος πρωτοκινήθη αυτός μ’ ολίγους ανθρώπους κι απάντησε την πρώτη ορμή των Τούρκων, αυτός κι ο αγείμνηστος Δεσπότης Σαλώνου. Αυτείνοι κι ο Μπακογιάννης κι ο Καλύβας κι ο αδελφός του Δεσπότη κι άλλοι αξιωματικοί με τους ολίγους τους στρατιώτες έλυωσαν απάνου εις το γιοφύρι της Αλαμάνας πολεμώντας με τόσον πλήθος Τούρκων. Κι ο περίφημος γενναίος Διάκος, αφού τελείωσε τον τζεμπιχανέ, καταπληγωμένον και μισοσκοτωμένον τον έλαβαν ζωντανόν οι Τούρκοι και τον παλούκωσαν. Σ’ την θέσιν οπού επέθανες εσύ, Λεωνίδα, με τους τρακόσους σου, πέθαναν κι αυτείνοι δια την θρησκείαν και πατρίδα».

Ποίημα του Αρ. Βαλαωρίτη «Η προσευχή του Διάκου»: «…Πλαγιάζει ο λιονταρόψυχος!…Ο Διάκος στο κρεββάτι του, ζωσμένος τη φλοκάτη, σαν αητός μες στη φωλιά ολάκερο ένα γένος έκλωθ’ εκείνην την βραδιά….Πλάστη μεγαλοδύναμε! Αξίωσε μας όλους, πριν μας σκεπάση η μαύρη γη, στα δουλωμένα πλάγια να κοιμηθούμε μια νυχτιά τον ύπνο του Θανάση!»

Από το βιβλίο του Τάκη Λάππα «Αθανάσιος Διάκος (1949): «Το αθάνατο Εικοσιένα είναι γιομάτο από ηρωικές μορφές. Σαν τον πολέμαρχο  όμως της Αλαμάνας, τον πρωτολάτη αγωνιστή της επανάστασης, τον Θανάση Διάκο, θαρρώ πως δεν έχει να πρωτοδείξει άλλον. Ο διάκος του Προδρόμου, που πέταξε τα ράσα για να ζωστεί τ’ άρματα και να τάξει τη ζωή του στη λευτεριά της σκλαβωμένης πατρίδας του, είχε γεννηθεί ήρωας και ήρωας πέθανε».

 

Η Μεγαλοσύνη των λαών δεν μετριέται με το στρέμμα

Με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και με το αίμα.

Κωστής Παλαμάς

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2021

Η ΕΛΛΑΣ ΕΥΓΝΩΜΟΝΟΥΣΑ. 1821 - 2021 (200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠ' ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ)

 


 Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη

ων Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!


Κωνσταντίνος Κανάρης


Ο Κωνσταντίνος Κανάρης αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ήρωες της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 κατορθώνοντας μέσω της πυρπόλησης της Τουρκικής Ναυαρχίδας να προκαλέσει τον θαυμασμό ολόκληρης της Ευρώπης για τη μικρή κουκίδα επάνω στο χάρτη με το όνομα Ελλάδα που αντιμαχόταν τον τουρκικό ζυγό.

 

Παρά τις αντιπαραθέσεις για τον τόπο καταγωγής του, αν πρόκειται για την Πάργα ή τα Ψαρά, ο Κανάρης έχει μείνει στην ιστορία ως βέρος Ψαριανός μιας και όλη του η δράση είναι συνδεδεμένη με το νησί, ενώ και η οικογένειά του έμεινε στα Ψαρά. Λέγεται ότι γεννήθηκε μεταξύ του 1790 και 1793 στα Ψαρά από τον Ψαριανό Δημογέροντα Μικέ Κανάριο και την Μαρώ Μπουρέκα ενώ έχασε τον πατέρα του σε πολύ μικρή ηλικία και μη έχοντας άλλη διέξοδο άρχισε να δουλεύει σε πλοία άλλων συγγενών του κυρίως του θείου του Δημήτρη Μπουρέκα. Μάλιστα σε ηλικία μόλις 20 ετών ανέλαβε καπετάνιος του πλοίου και ταξίδεψε σε όλη τη Μεσόγειο, ενώ δύο χρόνια αργότερα παντρεύτηκε τη Δέσποινα Μανιάτη, κόρη γνωστής ναυτικής οικογένειας των Ψαρών, με την οποία απέκτησαν και εφτά παιδιά, έξι αγόρια και ένα κορίτσι.

 


Όντας καπετάνιος ο Κανάρης ταξίδεψε στην Οδησσό αρχικά το 1820 και παρόλο που γνώριζε για τη Φιλική Εταιρεία δεν έγινε μέλος της, αν και με το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης εκουσίως προσπάθησε με όσα μέσα διέθετε να βοηθήσει στον αγώνα κυρίως κάνοντας επιδρομές στα Μικρασιατικά παράλια αρχικά και έπειτα εντασσόμενος στα πυρπολικά του στόλου των Ψαρών.

 

Το θάρρος και η τόλμη που τον ξεχώριζε έμειναν ιδιαίτερα γνωστά από το μεγάλο του ανδραγάθημα να πυρπολήσει την τουρκική ναυαρχίδα του πασά Καρά Αλή στη Χίο, τον Ιούνιο του 1822, ως αντίποινα για τη σφαγή στο νησί. Μαζί με τον Πιπίνο, ο Κανάρης είχε ως στόχο να πυρπολήσει την τουρκική ναυαρχίδα ενώ ο Πιπίνος την αντιναυαρχίδα των Τούρκων. Η προσπάθεια στέφθηκε με επιτυχία και 2000 Οθωμανοί βρήκαν τραγικό θάνατο εκείνη τη νύχτα, ενώ η αντιναυαρχίδα τους υπέστη σημαντικές ζημιές.

 

Η φήμη του ξεπέρασε τα ελληνικά σύνορα και ξένοι λογοτέχνες και συγγραφείς ανέδειξαν την ηρωική του στάση ανάμεσα στους οποίους και ο Βίκτωρ Ουγκώ, ο Λόρδος Βύρωνας αλλά και ο ιστορικός Τόμας Γκόρντον. Ο Κανάρης δεν θα έμενε όμως εκεί. Λίγο αργότερα θα καταφέρει να πυρπολήσει την αντιναυαρχίδα του τουρκικού στόλου όντας αγκυροβολημένη στο λιμάνι της Τενέδου, τον Οκτώβριο του 1822, να καταστρέψει μια τουρκική φρεγάτα στη Σάμο το 1824 αλλά και να καταφέρει να πλήξει σημαντικά τον αιγυπτιακό στόλο στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας παραπλανώντας τον εχθρό και υψώνοντας Ρώσικη σημαία με αποτέλεσμα να μη γίνει αρχικά αντιληπτός και να επιφέρει ζημιές. Αν και η επιχείρηση λόγω των καιρικών συνθηκών δεν στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία, η συμμετοχή του Κανάρη ήταν ζωτικής σημασίας καθώς, αν ο ίδιος δεν έπαιρνε τη γενναία απόφαση να χτυπήσει τον στόλο των Αιγυπτίων θα εκινείτο εναντίον της επανάστασης εντός μικρού χρονικού διαστήματος με απρόβλεπτες συνέπειες για τον ελληνικό αγώνα.

 

Η συμβολή του στην επιτυχία της ελληνικής επανάστασης στάθηκε αναμφισβήτητη και αυτό έγινε αντιληπτό και μετά το τέλος της, όταν κατάφερε να αναλάβει σημαντικές πολιτικές θέσεις. Ήδη από το 1826 είχε αναλάβει κυβερνήτης του νέου πλοίου Ελλάς και το 1827 αντιπροσώπευσε τα Ψαρά στην Εθνοσυνέλευση του 1827 στην Τροιζήνα. Μετά την ανάδειξη του Καποδίστρια ως πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας, ο Κανάρης διορίστηκε φρούραρχος της Μονεμβασιάς και βοήθησε στην αντιμετώπιση των ανταρτών σε Μάνη και Ύδρα αλλά μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, η οποία τον απογοήτευσε αποσύρθηκε στη Σύρο.

 

Με τον διορισμό ωστόσο του Όθωνα ως Βασιλιά της Ελλάδας, ο Κανάρης έφτασε μέχρι το βαθμό του ναυάρχου, ενώ διορίστηκε υπουργός Ναυτικών στην κυβέρνηση Ανδρέα Μεταξά και στην κυβέρνηση του Ιωάννη Κωλέττη αλλά και στην κυβέρνηση του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου το 1854.

 

Ωστόσο, οι απόψεις του ήταν αντίθετες με εκείνες του βασιλιά και όταν το 1862 του δόθηκε εντολή για σχηματισμό κυβέρνησης πρότεινε πρόσωπα που ο Όθωνας δεν αποδέχτηκε με αποτέλεσμα να δοθεί εντολή για σχηματισμό κυβέρνησης στον Ιωάννη Κολοκοτρώνη και ο Κανάρης να συνταχθεί με την αντιπολίτευση.

 

Μετά την έξωση του Όθωνα έγινε μέλος της τριανδρίας υπό τον Δημήτριο Βούλγαρη και τον Μπενιζέλο Ρούφο σχηματίζοντας προσωρινή κυβέρνηση. Μάλιστα ταξίδεψε μαζί με άλλους μέχρι τη Δανία προσφέροντας τον ελληνικό θρόνο στον βασιλιά Γεώργιο Α’ και ανέλαβε υπουργός Ναυτικών στην κυβέρνηση Ρούφου αλλά και δύο φορές Πρωθυπουργός, ενώ κατόπιν αποσύρθηκε από την ενεργό πολιτική σκηνή έχοντας ήδη φτάσει 75 ετών. Η επανάκαμψή του έγινε κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού Πολέμου σχηματίζοντας οικουμενική κυβέρνηση λόγω της ιδιαίτερης εκείνης περιόδου για να αφήσει όντας εν ενεργεία Πρωθυπουργός την τελευταία του πνοή στις 2 Σεπτεμβρίου του 1877.

 

Το μοναδικό θάρρος και η ξεχωριστή εθνική συνείδηση του Κωνσταντίνου Κανάρη αποτέλεσε το κυριότερο γνώρισμα του που έμεινε αναλλοίωτο μέσα στους αιώνες. Ακόμα και αν οι νεότεροι δεν θυμούνται ή δεν γνωρίζουν την πολιτική του σταδιοδρομία σίγουρα θυμούνται την ανδρεία του Μπουρλοτιέρη όπως όλοι τον γνωρίζουν της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.

 

Πηγή: WWW.CAPITAL.GR/STORY

Η Μεγαλοσύνη των λαών δεν μετριέται με το στρέμμα

Με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και με το αίμα.

Κωστής Παλαμάς

Τετάρτη 17 Μαρτίου 2021

Η ΕΛΛΑΣ ΕΥΓΝΩΜΟΝΟΥΣΑ. 1821 - 2021 (200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠ' ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ)

 

 Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη

ων Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!


Γεώργιος Καραϊσκάκης: Η ζωή ενός ήρωα


TA  NEA

23 Απριλίου 2019 

 


ΟΓεώργιος Καραϊσκάκης γεννήθηκε το 1780 στο Μαυρομάτι Καρδίτσας και ήταν καρπός της σχέσης του αρματολού Δημήτρη Καραΐσκου και της μοναχής Ζωής Ντιμισκή, αδελφής του κλέφτη Κώστα Ντιμισκή και εξαδέλφης του οπλαρχηγού Γώγου Μπακόλα. Μεγάλωσε με τους θετούς γονείς του, μία οικογένεια Σαρακατσάνων, αφού η μητέρα του τον εγκατέλειψε μη αντέχοντας τον διασυρμό μιας παράνομης σχέσης και πέθανε όταν ήταν οκτώ ετών. Από τη μητέρα του, ο «γιος της καλογριάς» κληρονόμησε τον ανυπότακτο χαρακτήρα του και την παροιμιώδη βωμολοχία του.

Στα 15 του ο Γεώργιος Καραϊσκάκης εγκαταλείπει τους θετούς του γονείς και σχηματίζει κλέφτικη ομάδα από συνομηλίκους του. Τρία χρόνια αργότερα πέφτει στα χέρια του Αλή Πασά, ο οποίος εκτιμώντας τον ισχυρό του χαρακτήρα τον προσλαμβάνει στη σωματοφυλακή του. Στην Αυλή των Ιωαννίνων όχι μόνο έμαθε τη στρατιωτική τέχνη, αλλά και στοιχειώδη γράμματα, γραφή και ανάγνωση.

Τον Μάρτιο του 1798 ακολουθεί τον Αλή Πασά στην εκστρατεία του κατά του Πασά του Βιδινίου Πασβάνογλου κι έρχεται σε μυστικές διαπραγματεύσεις μαζί του. Περί το 1804 εγκαταλείπει τον Αλή Πασά κι ενώνεται με το σώμα του περίφημου κλέφτη Κατσαντώνη. Συμμετέχει και διακρίνεται σε πολλές μάχες κατά του πρώην αφεντικού του και γίνεται το πρωτοπαλίκαρο του Κατσαντώνη.

Την άνοιξη του 1807 ο Κατσαντώνης δέχεται να βοηθήσει τη ρωσοκρατούμενη Λευκάδα, που αντιμετώπιζε τον κίνδυνο επίθεσης από τον Αλή Πασά. Εκεί, ο Καραϊσκάκης γνωρίζεται με άλλους οπλαρχηγούς και συναντά τον Ιωάννη Καποδίστρια. Μετά την κατάληψη της Λευκάδας από του Γάλλους, τον Ιούλιο του 1807, ο Καραϊσκάκης επιστρέφει στ’ Άγραφα με τους άνδρες τού Κατσαντώνη.

Τον Αύγουστο του 1807 ο Κατσαντώνης συλλαμβάνεται από τον Αλή Πασά και θανατώνεται. Την αρχηγία της ομάδας αναλαμβάνει ο αδελφό του Λεπενιώτης και μαζί του ο Καραϊσκάκης συνεχίζει τη δράση του ως κλέφτης. Το 1809 εντάσσεται στα ελληνικά τάγματα που είχαν συστήσει οι Βρετανοί υπό τον Ριχάρδο Τσορτς, με σκοπό να εκτοπίσουν τους Γάλλους από τα Επτάνησα.

Το 1812 μετά τη διάλυση της ομάδας Λεπενιώτη από τον Αλή Πασά δηλώνει υποταγή και επιστρέφει στα Γιάννινα. Την περίοδο αυτή έγινε και ο γάμος του με την Γκόλφω Ψαρογιαννοπούλου, με την οποία απέκτησε δύο κόρες κι ένα γιο, τον στρατιωτικό και πολιτικό Σπυρίδωνα Καραϊσκάκη (1826-1898).

Περί τα μέσα του 1820, όταν ο Αλή Πασάς κηρύχθηκε αποστάτης από τον Σουλτάνο, ο Καραϊσκάκης τον βοήθησε αρχικά, αλλά όταν διαπίστωσε το μάταιο του αγώνα τον εγκατέλειψε με τον Ανδρούτσο και άλλους Έλληνες και δήλωσε υποταγή στο Σουλτάνο. Τον Ιανουάριο του 1821 συμμετείχε στη σύσκεψη της Λευκάδας, στην οποία αποφασίστηκε η προετοιμασία της εξέγερσης στη Στερεά Ελλάδα.

Τον Απρίλιο του 1821 αποτυγχάνει να ξεσηκώσει τους Ακαρνάνες και καταφεύγει στα χωριά των Τζουμέρκων. Τον Μάιο οργανώνει στρατόπεδο με άλλους οπλαρχηγούς της Δυτικής Στερεάς στο Πέτα της Άρτας. Συμμετέχει στις μάχες κατά των Τούρκων στο Κομπότι (30 Μαΐου και 8 Ιουνίου), αλλά τραυματίζεται και αποσύρεται για θεραπεία.

Τον Σεπτέμβριο μαζί με άλλους οπλαρχηγούς καταλαμβάνει την Άρτα, σε σύμπραξη με τους Αρβανίτες. Το 1822 εμπλέκεται σε διαμάχη με τον κλεφτοκαπετάνιο Γιαννάκη Ράγκο (1790-1870), εκλεκτό του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, για το αρματολίκι των Αγράφων. Από τότε χρονολογείται και η διένεξή του με τον φαναριώτη πολιτικό.

Στις 15 Ιανουάριου του 1823, ο Καραϊσκάκης σημειώνει την πρώτη του μεγάλη νίκη κατά των Τούρκων στη Μάχη του Σοβολάκου. Στα μέσα του 1823 προάγεται σε στρατηγό, αλλά η κατάσταση της υγείας του επιδεινώνεται από τη φυματίωση και καταφεύγει για ανάπαυση στο μοναστήρι του Προυσού.

Κατά τη διάρκεια του πρώτου εμφυλίου πολέμου, ο Μαυροκορδάτος τον κατηγορεί για πράξη εσχάτης προδοσίας και τον σύρει σε δίκη στο Αιτωλικό (1 Απριλίου 1824). Παρότι διαπιστώνεται η ανακρίβεια των κατηγοριών, ο Καραϊσκάκης θα αποστερηθεί όλων των αξιωμάτων του και θα αναγκασθεί να καταφύγει στο Καρπενήσι. Στα μέσα του 1824 μεταβαίνει στο Ναύπλιο, έδρα της κυβέρνησης, με σκοπό να αποδείξει την αθωότητά του.

Τον Δεκέμβριο του 1824 συμμετέχει στο ρουμελιώτικο σώμα που εκστράτευσε στην Πελοπόννησο, με σκοπό να βοηθήσει τους «κυβερνητικούς» στη διαμάχη τους με τους «αντικυβερνητικούς» (δεύτερος εμφύλιος πόλεμος). Ο Καραϊσκάκης θα λάβει μέρος στο πλιάτσικο στην περιοχή των Καλαβρύτων, που αποτελεί μία από τις ατυχέστερες στιγμές του ήρωα στην επανάσταση του ‘21. Στις 7 Απριλίου του 1825 συμμετέχει χωρίς ηγετικό ρόλο στη μάχη στο Κρεμμύδι, όπου οι Έλληνες αντιμετώπισαν για πρώτη φορά το στρατό του Ιμπραήμ και ηττήθηκαν κατά κράτος.

Η επανάσταση κινδυνεύει και η κυβέρνηση αποφασίζει να στείλει τον Καραϊσκάκη στη Στερεά Ελλάδα, για να αναζωπυρώσει τις επιχειρήσεις κατά των Τούρκων. Τον Μάιο του 1825 φθάνει στο Δίστομο και αποτρέπει την κατάληψη του χωριού από τους Τούρκους της Άμφισσας.

Στο Μεσολόγγι

Στη συνέχεια προσπαθεί να βοηθήσει τους πολιορκημένους του Μεσολογγίου με κινήσεις αντιπερισπασμού, χωρίς μεγάλη επιτυχία. Μετά την πτώση του Μεσολογγίου και την καταστολή της επανάστασης στη Δυτική Στερεά Ελλάδα, ο Καραϊσκάκης θα μεταβεί στο Ναύπλιο και θα ζητήσει από την κυβέρνηση οικονομική ενίσχυση για να απελευθερώσει τη Στερεά Ελλάδα.

 

Τον Ιούλιο του 1826 διορίζεται αρχιστράτηγος της Ρούμελης, με πλήρη δικαιοδοσία. Η πρώτη του ενέργεια ήταν να ανακουφίσει τους πολιορκημένους της Ακρόπολης της Αθήνας. Στις 6 Αυγούστου νικά τους Τούρκους στο Χαϊδάρι και θα επαναλάβει τη νίκη του δύο ημέρες αργότερα.

Παρότι σοβαρά άρρωστος, θα επιχειρήσει εκστρατεία προς τη Δόμβραινα τον Οκτώβριο για να αποκόψει τον ανεφοδιασμό του Κιουταχή που πολιορκούσε την Ακρόπολη. Θα εκκαθαρίσει την περιοχή και στις 24 Νοεμβρίου του 1826 θα σημειώσει μεγαλειώδη νίκη επί των Τούρκων στην Αράχωβα, σε μία πολυήμερη μάχη, που θα αναδείξει τις στρατηγικές του ικανότητες. Για τους κατακτητές ήταν η δεύτερη μεγάλη καταστροφή μετά τα Δερβενάκια.

Μετά τη διασφάλιση της κεντρικής Στερεάς Ελλάδας επιστρέφει στην Αττική για να αντιμετωπίσει τον Κιουταχή, που συνεχίζει την πολιορκία της Ακρόπολης (28 Φεβρουαρίου 1827). Θα σημειώσει δύο σπουδαίες νίκες, στο Κερατσίνι (4 Μαρτίου) και στο μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα (13 Απριλίου).

Στις 21 Απριλίου του 1827 οι ελληνικές δυνάμεις είχαν στρατοπεδεύσει στο Φάληρο για να αντιμετωπίσουν σε μία ακόμη μάχη τον Κιουταχή. Την αρχιστρατηγία είχαν αναλάβει οι άγγλοι φιλέλληνες Ριχάρδος Τσορτς και ο Τόμας Κόχραν, με απόφαση της Γ’ Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας. Ο Καραϊσκάκης είχε διαφωνήσει με το σχέδιο της κατά μέτωπον επίθεσης και είχε αποσυρθεί στη σκηνή του άρρωστος.

Τραυματισμός

Την επομένη κάποιοι έλληνες στρατιώτες επιτέθηκαν χωρίς διαταγή κατά του στρατοπέδου του Κιουταχή. Για να μη γενικευθεί η σύγκρουση, ο Καραϊσκάκης βγήκε από τη σκηνή του και κατευθύνθηκε έφιππος προς το σημείο της συμπλοκής γύρω στις 4 το απόγευμα. Μία σφαίρα, όμως, τον βρήκε στο υπογάστριο και τον τραυμάτισε σοβαρά. Παρά τις προσπάθειες των γιατρών, ο Καραϊσκάκης άφησε την τελευταία του πνοή στις 4 το πρωί της 23ης Απριλίου 1827, ανήμερα της ονομαστικής του εορτής. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι ο θάνατος του Καραϊσκάκη οφειλόταν σε δολοφονική ενέργεια είτε με υποκίνηση των Άγγλων, που ήθελαν τον περιορισμό της Επανάστασης στην Πελοπόννησο, είτε του μεγάλου αντιπάλου του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου.

Την επομένη, οι Έλληνες με πεσμένο ηθικό και κακή στρατηγική, υπέστησαν συντριπτική ήττα στη Μάχη του Αναλάτου από τον Κιουταχή, ο οποίος πολύ γρήγορα κατέστειλε την επανάσταση στη Στερεά Ελλάδα.

Το έθνος θρήνησε το χαμό του ήρωα. Και δικαίως, διότι η απώλειά του υπήρξε ανεπανόρθωτη. Ο Καραϊσκάκης ήταν αδύνατος, φιλάσθενος (έπασχε από φυματίωση), μέτριος το ανάστημα, ιδιαίτερα νευρικός, οξύθυμος, βωμολόχος και υβριστής. Αλλά είχε χαλύβδινη θέληση, δύναμη σκέψης και κριτικής και ιδιαίτερη ικανότητα στην ταχύτατη λήψη αποφάσεων και εκτέλεση αυτών. Με μία λέξη, ήταν ηγέτης. Άλλο ζήτημα αν, όπως έλεγε ο ίδιος, ο χαρακτήρας του τον έκανε να είναι άλλοτε άγγελος και άλλοτε διάβολος.

Η Μεγαλοσύνη των λαών δεν μετριέται με το στρέμμα

Με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και με το αίμα.

Κωστής Παλαμάς

Τρίτη 16 Μαρτίου 2021

Η ΕΛΛΑΣ ΕΥΓΝΩΜΟΝΟΥΣΑ. 1821 - 2021 (200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠ' ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ)

 



 Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη

ων Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!


ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ

Η πιο σημαντική ίσως προσωπικότητα της ελληνικής επανάστασης είναι ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Ο «Γέρος του Μοριά». Το όνομά του ταυτίστηκε με τους αγώνες των Ελλήνων για ελευθερία και σπάνια μπορεί κάποιος να συναντήσει στην ιστορία τόσο πλούσια σε περιπέτειες και γεγονότα ζωή. Τα  έζησε όλα: Τη χαρά, τη λύπη, την απογοήτευση, τον ενθουσιασμό,  τη μοναξιά, την περιφρόνηση, την περηφάνια. Πέρασε πολλές φορές από τη δόξα στην αφάνεια, από το θρίαμβο στην ήττα, από την ηγεσία των Ελλήνων στη φυλακή και στην καταδίκη.

Γεννήθηκε κάτω από ένα δέντρο τη Δευτέρα του Πάσχα του 1770 αφού η μητέρα του, ετοιμόγεννη, έφυγε από το χωριό της, κυνηγημένη από τους Τούρκους. Όταν ήταν 10 χρονών ο πατέρας του σκοτώθηκε. Στα δεκαπέντε του ήταν ήδη αρματολός και δυο χρόνια αργότερα πολεμούσε τους Τούρκους σε άλλη μια επανάσταση στα βουνά της Πελοποννήσου. Το 1798 απέκτησε δικό του καράβι και με αυτό κτυπούσε αλύπητα τα τουρκικά πλοία. Λίγα χρόνια αργότερα καταδιωκόμενος από τους Τούρκους ανέβηκε και πάλι στα βουνά συνεχίζοντας τον αγώνα του. Κυνηγημένος αναγκάστηκε να περάσει στη Ζάκυνθο.

Όταν τα Επτάνησα πέρασαν από τους Ρώσους στους Άγγλους, οι τελευταίοι αποφάσισαν να ιδρύσουν στρατιωτικές μονάδες με Έλληνες στρατιώτες. Ο Κολοκοτρώνης κατατάχθηκε σε αυτές και πήρε το βαθμό του λοχαγού. Πολέμησε με τους Άγγλους στον πόλεμο τους με τη Γαλλία του Ναπολέοντα. Προβιβάστηκε μάλιστα σε Ταγματάρχη. Με το τέλος του πολέμου οι ελληνικές μονάδες διαλύθηκαν και ο Κολοκοτρώνης βρέθηκε χωρίς δουλειά να προσπαθεί να ζήσει την οικογένειά του (τρεις γιους, δυο κόρες, τη γυναίκα και την ηλικιωμένη μάνα του). Ασχολήθηκε με το ζωεμπόριο ενώ έκανε κάποτε και τον χασάπη. 

Το μυαλό όμως του, ώριμου πια, Κολοκοτρώνη ήταν στην απελευθέρωση της πατρίδας. Την 1η Δεκεμβρίου 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία που ήδη προετοίμαζε τον αγώνα. Το Γενάρη του 1821 επιστρέφει στην πατρίδα του. Προσπαθεί να συμφιλιώσει τους οπλαρχηγούς του Μοριά και να τους οργανώσει για να αρχίσουν την επανάσταση ενωμένοι και δυνατοί.

Στις 23 Μαρτίου 1821 ελευθερώνει την πρώτη ελληνική πόλη, την Καλαμάτα. Αμέσως μπήκε στο μυαλό του η απελευθέρωση της πρωτεύουσας της Πελοποννήσου, Τριπολιτσάς. Μετά από πολύ αγώνα καταφέρνει να πείσει και τους υπόλοιπους και έτσι στις 23 Σεπτεμβρίου 1821 το κέντρο της


Πελοποννήσου είναι ελεύθερο. Στις 26 Ιουλίου 1822 συντρίβει στα Δερβενάκια τη στρατιά του Δράμαλη που κατεβαίνοντας από τη Στερεά Ελλάδα σκόρπισε το φόβο και τρόμο στους Έλληνες.

Η αχαριστία και η ζήλια όμως στο πρόσωπό του άρχισαν να εκδηλώνονται εντονότερα. Ήρθε σε αντιπαλότητα με τα μέλη της κυβέρνησης που σχηματίστηκε στα απελευθερωμένα ελληνικά εδάφη. Οι πολιτικοί προσπαθούν να τον μειώσουν και να τον καταστρέψουν. Η κατάσταση οδήγησε δυστυχώς σε εμφύλιο πόλεμο. Έτσι ενώ οι Τούρκοι προσπαθούσαν να καταπνίξουν την επανάσταση οι Έλληνες άρχισαν να σκοτώνονται μεταξύ τους. Στις 13 Νοεμβρίου 1824 δολοφονήθηκε από τους αντιπάλους του ο μεγάλος γιος του Κολοκοτρώνη, ο Πάνος. Συγκλονισμένος ο γέρος του Μοριά αποφάσισε να παραδοθεί στην κυβέρνηση για να σταματήσει ο εμφύλιος. Έτσι από ηγέτης της επανάστασης βρέθηκε στη φυλακή.

Με το φυσικό αρχηγό της φυλακισμένο και τον αδελφοκτόνο πόλεμο να συνεχίζεται, η επανάσταση σχεδόν έσβησε. Η κυβέρνηση τότε αποφάσισε να αποφυλακίσει τον Κολοκοτρώνη. Ο στρατηγός έκανε ό,τι μπορούσε καλύτερο και στην ουσία μόνος του, μετά το θάνατο του Καραϊσκάκη, κράτησε την επανάσταση ζωντανή μέχρι που οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής συμφώνησαν να ιδρυθεί ένα ανεξάρτητο ελληνικό κράτος.

Πρώτος κυβερνήτης ήταν ο Ιωάννης Καποδίστριας, που βρήκε στον Κολοκοτρώνη ένα πολύτιμο συνεργάτη και βοηθό στο εξαιρετικά δύσκολο έργο που είχε αναλάβει: Να φτιάξει ένα κράτος από το τίποτα. Οι εμφύλιες όμως διαμάχες δεν σταμάτησαν και είχαν ως αποτέλεσμα τη δολοφονία του κυβερνήτη το 1831.

Όταν στην Ελλάδα έφτασε ο νεαρός βασιλιάς Όθωνας, ο Κολοκοτρώνης προσπαθεί να συνεργαστεί μαζί του. Οι σύμβουλοι όμως του βασιλιά, πιστεύοντας στα λόγια των Ελλήνων, εχθρών του Κολοκοτρώνη, πείθονται ότι ο γέρος του Μοριά ετοιμάζει πραξικόπημα εναντίον του βασιλιά. Με την κατηγορία της προδοσίας ο Κολοκοτρώνης βρίσκεται και πάλι στη φυλακή. Κινδυνεύει μάλιστα να καταδικαστεί σε θάνατο.

Στη δίκη οι τρεις από τους πέντε δικαστές υπέγραψαν ότι είναι ένοχος. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου όμως και ακόμα ένας δικαστής αρνήθηκαν να υπογράψουν, καταλαβαίνοντας το ψέμα και την αδικία. Τελικά το δικαστήριο ανακοίνωσε την καταδίκη του Κολοκοτρώνη σε θάνατο. Ο μεγάλος ηγέτης του έθνους θα σκοτωνόταν από το κράτος που ο ίδιος θυσίασε όλη του τη ζωή για να δημιουργηθεί. Ευτυχώς, με την επέμβαση των μεγάλων δυνάμεων, η ποινή μετατράπηκε σε ισόβια φυλάκιση. Έτσι ο Κολοκοτρώνης βρέθηκε ξανά στη φυλακή. Αποφυλακίστηκε ένα χρόνο αργότερα με απόφαση του βασιλιά.

 


Τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του τα έζησε ειρηνικά. Όταν πλησίαζε το τέλος του, ίσως γιατί το είχε καταλάβει, έκανε μια μεγάλη περιοδεία στην Πελοπόννησο, περνώντας ξανά από τα μέρη όπου είχε πολεμήσει. Ο μεγάλος αυτός άντρας πέθανε στα 73 του χρόνια στις 4 Φεβρουαρίου 1843 μετά από το γλέντι για το γάμο του μικρού του γιου. Η ψυχή του πήγε να συναντήσει τους νεκρούς συμπολεμιστές του και το δολοφονημένο του γιο Πάνο.


Η Μεγαλοσύνη των λαών δεν μετριέται με το στρέμμα

Με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και με το αίμα.

Κωστής Παλ

Δευτέρα 15 Μαρτίου 2021

Η ΕΛΛΑΣ ΕΥΓΝΩΜΟΝΟΥΣΑ. 1821 - 2021 (200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠ' ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ)

 

 Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!




Η Φυγή
(Αριστοτέλης Βαλαωρίτης)

«Τ’ άλογο! τ’ άλογο! Ομέρ Βρυώνη,
το Σούλι εχούμησε και μας πλακώνει.
Τ’ άλογο! τ’ άλογο! ακούς, σουρίζουν
ζεστά τα βόλια τους, μας φοβερίζουν.

»Για ιδές, σα δαίμονες μας πελεκάνε!
Κάτου απ’ το βράχο τους πώς ροβολάνε!
Δες τα κεφάλια μας, δες τα κουφάρια
κυλάνε ανάκατα σαν να ’ν’ λιθάρια.

»Τ’ άλογο! τ’ άλογο! Ακούς πώς σκούζουν!
Οι λύκοι φθάσανε, ρυάζονται, γρούζουν.
Άνοιξ’ η κόλαση και μου ξερνάει
τον μαύρον κόσμο της για να με φάει.

»Βρυώνη, πρόφθασε? ακόμη ολίγο,
κι από τα νύχια τους δε θα ξεφύγω.
Τ’ άλογο!… Γνώρισα τη φουστανέλα
του εχθρού μου τ’ άσπονδου Λάμπρου Τζαβέλα.

»Δεν τόνε βλέπετε, σα Χάρος φθάνει
ψηλ’ ανεμίζοντας το γιαταγάνι.
Νιώθω το χέρι του μες στην καρδιά,
που πάει σπαράζοντας τα σωθικά.

»Ανεμοστρόβιλος, θεοποντή,
όλα σα σίφουνας θα καταπιεί.
Το μάτι επάνω μου άγρια στυλώνει,
μαχαίρι δίκοπο μέσα μου χώνει.

»Κρύο το σίδερο χωνεύει, σφάζει.
Ακούτε, ακούτε τον πώς μου φωνάζει.
Νιώθω το χνότο του φωτιά ζεστό,
πόρχετ’ επάνω μου σα να ’ναι φιό.

»Τ’ άλογο! τ’ άλογο, Ομέρ Βρυώνη.
Ο ήλιος έπεσε, νύχτα σιμώνει…
Άστρα, λυτρώστε με? αυτή τη χάρη
ζητάει ο Αλήπασας, πιστό φεγγάρι.»

Εμπρός του στέκεται καμαρωμένο,
μαύρο σαν κόρακας, χρυσά ντυμένο,
άτι αξετίμωτο, φλόγα, φωτιά,
καθάριο αράπικο, το λεν Βοριά.

Χτυπάει το πόδι του, σκάφτει το χώμα,
δαγκάει το σίδερο πόχει στο στόμα.
Ρουθούνια διάπλατα και τεντωμένα
αχνίζουν κόκκινα σαν ματωμένα.

Ακούει τον πόλεμο και χλιμιτάει.
Τ’ αυτιά του τέντωσε, άγρια τηράει.
Ολόρθ’ η χήτη του, ολόρθ’ η ορά,
λυγάει το σώμα του σαν την οχιά.

Σκώνεται λαίμαργο στα πισινά του.
Λάμπουν τα νύχια του, τα πέταλά του.
Λες και δεν έγγιζε κάτου στη γη…
Κρίμα που το ’θελαν για τη φυγή!…

Ο Λάμπρος το ’βλεπε κι από τη ζήλεια
κρυφ’ αναστέναξε, δαγκάει τα χείλια:
«Άτι περήφανο, να σ’ είχα εγώ,
μέσα στα Γιάννινα ήθελα μπω».

Ωστόσ’ ο Αλήπασας, από τον τρόμο,
τα χήτη του άρπαξε, πετάει στον ώμο…
Σα βόλι γλήγορο, σαν αστραπή,
το άτι χάθηκε με τον Αλή.

Φεύγουνε, φεύγουνε! Δίκαιη κατάρα!
Τους εκυνήγαε αχνή τρομάρα?
νύχτα κατάμαυρη και συγνεφιά
γύρω τους στέκονται για συντροφιά.

Λόγκους περάσανε, χαντάκια μύρια.
Αίματα στάζουνε τα φτερνιστήρια?
αφρούς σα θάλασσα τ’ άλογο χύνει,
σκιάζεται ο Αλήπασας, καιρό δε δίνει.

Καθώς διαβαίνουνε, τρίζει ένα ξύλο,
φυσάει ο άνεμος, πέφτει ένα φύλλο,
πουλάκι επέταξε, φεύγει ζαρκάδι,
νεράκι πότρεχε μες στο λαγκάδι?

όλα ο Αλήπασας, όλα τρομάζει,
κρύος ο ίδρωτας βρύση τού στάζει.
Τ’ άλογο αυτιάζεται, δεν ανασαίνει,
τα πόδια εστύλωσε, λύκος διαβαίνει,

και κειος τα δάχτυλα σφίγγει στη σέλα,
τα μάτια του έβλεπαν παντού Τζαβέλα.
Παντού του φαίνονται πως είν’ κρυμμένα
σπαθιά που λάμπανε ξεγυμνωμένα.

Μακριά τα γένια του, άσπρα σα χιόνι,
τα παίρνει ο άνεμος, σκόρπια τ’ απλώνει
εμπρός στο στόμα του και στο λαιμό,
λες και τον έχουνε για πινιμό.

Καθώς τα κύματα με τη νοτιά
τη νύχτα χάνονται στη σκοτεινιά,
και δεν χωρίζουνε παρά οι αφροί των
ψηλά που ασπρίζουνε στην κορυφή των,

έτσι και τ’ άλογο κείνο το βράδυ
σαν κύμα διάβαινε μες στο σκοτάδι,
κύμα ολοφούσκωτο και σκοτεινό,
πόχει τ’ Αλήπασα τα γένια αφρό.

Φεύγουνε, φεύγουνε! Πάντα τρεχάτοι.
Φθάνει, κ’ εδείλιασε το μαύρο τ’ άτι,
φθάνει, και τρέμουνε τα γόνατά του?
ακούς πώς βράζουνε τα σωθικά του!

Λυσσάει ο Αλήπασας και βλαστημά.
Το φτερνιστήρι του χώνει βαθιά.
Το άτι φούσκωσε, βαριά μουγκρίζει,
δίνει ένα πήδημα και γονατίζει.

Η καρδιά μέσα του χτυπάει σφυρί,
τ’ αυτιά του γέρνουνε, πέφτει στη γη.
Σπαράζει, ανδρειεύεται και ροχαλιάζει,
απ’ τα ρουθούνια του το αίμα στάζει.

Κ’ εκεί που τ’ άλογο ψυχομαχάει,
βουβός στη λύσσα του ο Αλής τηράει,
τηράει ανήσυχος, αχνός, να ιδεί.
Τ’ αυτιά του ετέντωσε ν’ ακουρμαστεί.

Ακόμα σκιάζεται του εχθρού τα βόλια,
και αρπάζει τρέμοντας τα δυο πιστόλια.
Τ’ άτι το δύστυχο δίπλα στο χώμα
χτυπιέται, δέρνεται, βογκάει ακόμα,

και δεν τον άφηνε καλά ν’ ακούσει
αν κείν’ οι δαίμονες τον κυνηγούσι.
Άφριασ’ ο Αλήπασας, καίετ’, ανάφτει,
τα βόλια τόφτεψε μες στο ριζαύτι.

Τ’ άτι εταράχτηκε σαν το στοιχειό
και μ’ ένα μούγκρισμα μένει νεκρό.
Το μάτι ακίνητο και καρφωμένο
έμειν’ επάνω του θολό, σβημένο.

Ακούει πατήματα, φωνές πολλές…
Αχ, τον επρόδωκαν οι πιστολιές!
Σιμώνει ο θόρυβος, το αίμα του πήζει,
έπιασε τ’ άλογο για μετερίζι.

Γιομίζει τ’ άρματα, και στο μαχαίρι
σιγά και τρέμοντας ρίχνει το χέρι.
Ακούει που φώναζαν «Βιζίρη Αλή».
Κ’ εκείνος έλιωνε σαν το κερί.

Πάλε φωνάζουνε! Κάθε φορά
ακούετ’ ο θόρυβος πλέον σιμά.
Το μάτι ολάνοιχτο ο Αλής καρφώνει:
«Βοήθα με,» φώναξε, «Ομέρ Βρυώνη!»

Έτσι ο Αλήπασας κυνηγημένος
μπαίνει στα Γιάννινα σαν πεθαμένος.
Όσο κι αν έζησεν, η φουστανέλα
του Λάμπρου τόστεκε στα μάτια φέλα.


Κυριακή 14 Μαρτίου 2021

Η ΕΛΛΑΣ ΕΥΓΝΩΜΟΝΟΥΣΑ. 1821 - 2021 (200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠ' ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ)

 



                                                     Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!


Αφιέρωμα στην 25η Μαρτίου

Ένας υπαλληλάκος ήταν ο Νικόλαος Σκουφάς που γεννήθηκε στο Κομπότι της Άρτας, το 1779. Στα 1812, ήταν στη Μόσχα και προσπάθησε να σκαρώσει επαναστατική οργάνωση αλλά οι εκεί Έλληνες τον κυνήγησαν, θεωρώντας τον αλήτη τυχοδιώκτη. Μη έχοντας δικά του χρήματα, προσπάθησε να βρει τη φιλοσοφική λίθο των αλχημιστών του μεσαίωνα, να πλουτίσει ώστε να μπορεί να χρηματοδοτήσει μια επανάσταση κατά των Τούρκων. Στα 1814,βρέθηκε στην Οδησσό.

Ένας αποτυχημένος έμπορος ήταν ο Εμμανουήλ Ξάνθος που γεννήθηκε στην Πάτμο, το 1772. Στα 1813, ήταν μέλος της τεκτονικής στοάς, στη Λευκάδα. Πτώχευσε κι έπρεπε να πάει στην τράπεζα της Μόσχας να κανονίσει τα χρέη του. Στα 1814, βρέθηκε στην Οδησσό.

Ένας ονειροπαρμένος νεαρός ήταν ο Αθανάσιος Τσακάλωφ που γεννήθηκε στα Γιάννενα, το 1788. Αναζήτησε την τύχη του στο Παρίσι όπου, το 1809, έγινε ένας από τους ιδρυτές της μυστικής οργάνωσης «Ελληνόγλωσσο Ξενοδοχείο». Πέρασε από τη Βιέννη, όπου γνωρίστηκε με τον Ιωάννη Καποδίστρια που, κατά κάποιες μαρτυρίες, τον έστειλε να οργανώσει παράρτημα της Εταιρείας των Φιλομούσων στη Ρωσία. Στα 1814, βρέθηκε στην Οδησσό.

Ξάνθος, Σκουφάς και Τσακάλωφ συναντήθηκαν τυχαία στην Οδησσό. Τα δεκάξι χρόνια που χώριζαν τον πρώτο από τον τρίτο, δεν τους εμπόδισαν να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι. Άρχισαν να ψαρεύουν ο ένας τον άλλον. Συνωμότες με πείρα κι οι τρεις, ένιωσαν εύκολα ποια φλόγα τους ένωνε. Άνοιξαν τα χαρτιά τους. Η προοπτική μιας ελεύθερης Ελλάδας τους συνεπήρε. Ήταν 14 Σεπτεμβρίου του 1814, όταν αποφάσισαν να ιδρύσουν μια νέα μυστική επαναστατική οργάνωση: Τη Φιλική Εταιρεία.

Όλες οι ευπρεπείς μυστικές οργανώσεις της εποχής, που δεν ήταν και λίγες στην Ευρώπη, είχαν πολυσέλιδα καταστατικά, με προοίμια, άρθρα για το ιδεολογικό υπόβαθρο, στοιχεία του μελλοντικού συντάγματος που θα καθιέρωναν όταν θα πετύχαιναν, και βαθυστόχαστες αναλύσεις, περί του τι σου είναι ο άνθρωπος. Το καταστατικό της Φιλικής Εταιρείας δεν χρειαζόταν καν να είναι γραμμένο. Περιοριζόταν στη φράση: «Με κάθε τρόπο, να ελευθερωθεί η πατρίδα».

Οι τρεις ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας έφτιαξαν συνθηματική γραφή, συμφώνησαν συνθηματικά σημεία αναγνώρισης των μελών, καθόρισαν το τελετουργικό της μύησης και τους τρεις όρκους της οργάνωσης και χώρισαν τα μέλη, που ΘΑ αποκτούσε, σε κατηγορίες: Αδελφοποιητοί ή βλάμηδες τα απλά αγράμματα μέλη. Συστημένοι οι εγγράμματοι. Ιερείς εκείνοι που θα είχαν δικαίωμα κατήχησης και μύησης νέων μελών. Ποιμένες οι πιο πάνω. Από το 1820, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης καθιέρωσε άλλα δυο σκαλοπάτια: Τους αφιερωμένους και τους αρχηγούς των αφιερωμένων. Πάνω απ' όλους, ήταν η Ανωτάτη Αρχή που την αποτελούσαν οι Μεγάλοι Ιερείς των Ελευσινίων.

Οι απαντήσεις που δίνονταν στα νέα μέλη, ήταν πολύ συγκεχυμένες. Τι καθεστώς θα ίσχυε, μετά την επανάσταση; Μια κοινωνία ισότητας και δικαιοσύνης. Ποιοι θα κυβερνούσαν; Οι ικανοί. Ποιοι ήταν οι μεγάλοι ιερείς; Απαγορευόταν να πουν, αλλά όλο και τους ξέφευγαν μισόλογα κι ονόματα, όπως κόμης Καποδίστριας ή τσάρος Αλέξανδρος Α’. Που, βέβαια, δεν είχαν ιδέα πως ήταν «αρχηγοί οργάνωσης».

Τα επόμενα τρία χρόνια πέρασαν πολύ δύσκολα. Η απόφαση των τριών, να την ιδρύσουν, είχε έρθει σε μια εποχή κατά την οποία η ευρωπαϊκή αντίδραση βρισκόταν σε έξαρση. Η δημιουργία την Ιερής Συμμαχίας έσβησε και τις τελευταίες ελπίδες των λαών ότι θα μπορούσαν ν’ αποτινάξουν την απολυταρχία. Η γαλλική επανάσταση ήταν παρελθόν. Ο Ναπολέων Βοναπάρτης το ίδιο. Και η Οθωμανική αυτοκρατορία είχε την υποστήριξη των μεγάλων της Ευρώπης. Μπορούσε, με άνεση, να ασκεί τρομοκρατία στα κατεχόμενα εδάφη.

Στα 1816, τα μέλη της Φιλικής Εταιρείας μόλις έφταναν τα είκοσι. Στα 1817, ανέβηκαν στα 42. Οι τρεις ιδρυτές αποφάσισαν να προχωρήσουν σε έρευνα, με το ερώτημα, αν ο λαός είχε ωριμάσει για μιαν επανάσταση. Τον Ιούλιο του 1818, πέθανε ο ενθουσιώδης Νικόλαος Σκουφάς αλλ’ ένα ευτυχές γεγονός απάλυνε την απώλεια: Ο μυημένος Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος προσπάθησε να ψαρέψει έναν παλαβό αρχιμανδρίτη, τον Γρηγόριο Δικαίο ή Παπαφλέσσα. Ο παπάς έκανε για λίγο τον χαζό, να δει πού το πήγαινε ο συνομιλητής του. Όταν κατάλαβε, τον άρπαξε από τον λαιμό και τον ανάγκασε να του πει ό,τι ήξερε. Βρήκε τους αρχηγούς και μπήκε στην Ανωτάτη Αρχή με το «έτσι θέλω».

Οι ηγέτες της οργάνωσης μαζεύτηκαν στην Κωνσταντινούπολη, κάτω από τη μύτη των Τούρκων. Η σύσκεψη ήταν θυελλώδης. Ο Τσακάλωφ αντιμετώπιζε ακόμα και το ενδεχόμενο της διάλυσης. Στις 22 Σεπτεμβρίου του 1818, πάρθηκε η μεγάλη απόφαση: Θα προχωρούσαν. Ρίχτηκαν με ανανεωμένο ενθουσιασμό στη μεγάλη προσπάθεια. Οι μυήσεις μελών προχώρησαν με γρήγορους ρυθμούς. Στα 1819, στην Ανώτατη Αρχή μπήκε κι ο Γεώργιος Λεβέντης. Στα 1820, τα ενεργά μέλη της οργάνωσης ξεπερνούσαν τα 3.000. Η οργάνωση άπλωνε τα πλοκάμια της σ’ ολόκληρη τη βαλκανική χερσόνησο. Ηγεμόνες, διπλωμάτες, οπλαρχηγοί, ιερωμένοι αλλά και απλοί άνθρωποι είχαν δώσει τον ιερό της όρκο και περίμεναν το σύνθημα. Χρειαζόταν, όμως, ένας επιφανής αρχηγός. Σε σύσκεψη των ηγετών της οργάνωσης, στις 18 Σεπτεμβρίου του 1818, είχε αποφασιστεί να προταθεί η αρχηγία του αγώνα στον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας, Ιωάννη Καποδίστρια. Επρόκειτο για «άνδρα σημαντικόν και άξιον της εμπιστοσύνης του Ελληνικού Έθνους», όπως γράφει ο Εμμανουήλ Ξάνθος.

Εφοδιασμένος με μια συστατική επιστολή του Άνθιμου Γαζή, ο Εμμανουήλ Ξάνθος έφτασε στην Πετρούπολη, στις 15 Ιανουαρίου του 1820. Την επομένη,16 του μήνα, υπέβαλε αίτηση να δει τον υπουργό. Ο Ιωάννης Καποδίστριας τον δέχτηκε κι άκουσε με προσοχή την πρότασή του. Ο Ξάνθος ζήτησε, ακόμη, να μεσολαβήσει ο υπουργός στον τσάρο για μυστική βοήθεια σε χρήματα και όπλα. Ο Καποδίστριας υποσχέθηκε να το σκεφτεί. Ξανασυναντήθηκαν τον Φεβρουάριο. Ο Καποδίστριας εξήγησε πως ο τσάρος Αλέξανδρος Α’ ήταν αντίθετος με κάθε επαναστατική ενέργεια και γι’ αυτό έκρινε σκόπιμο να μη δεχτεί την τιμητική πρόταση: Καλύτερα θα βοηθούσε την επανάσταση ως υπουργός του τσάρου παρά ως πρώην υπουργός.

Οι φιλικοί στράφηκαν στον στρατηγό και υπασπιστή του τσάρου, Αλέξανδρο Υψηλάντη, που με προθυμία δέχτηκε την πρόταση. Στις 12 Απριλίου 1820, ο Υψηλάντης έγινε αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας. Στις 7 Οκτωβρίου, ενέκρινε το σχέδιο δράσης, που είχαν ετοιμάσει ο Γρηγόριος Παπαφλέσσας και ο Γεώργιος Λεβέντης (το «σχέδιον γενικόν», όπως ονομάστηκε, που όριζε «ημέρα Χ» την 25η Μαρτίου του 1821). Ξεκινούσε η μεγάλη προσπάθεια.

 

Ξημέρωνε 2 Ιανουαρίου του 1821, στη Ζάκυνθο. Γωνιά γωνιά, ένα με το πηχτό σκοτάδι, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης κινιόταν αθέατος και με γατίσια βήματα στα σοκάκια του αγγλοκρατούμενου νησιού. Ελαφρύς, για τα 51 του χρόνια, ο μπόγος που κουβαλούσε. Έφτασε στο λιμάνι, πήδηξε σ’ ένα καΐκι κι έκρυψε το δέμα: άρματα, σέλα, περικεφαλαία, τρόφιμα. Γύρισε σπίτι του αθέατος, όπως είχε φύγει. Πρωί, ζήτησε την ευχή της μάνας του. Ξεκινούσε για μια μεγάλη δουλειά, της είπε. Μεσημέρι, κουβέντιασε με τους γιους του: Να περιμένουν γράμμα του, να τον συναντήσουν. Απόγευμα, προσκύνησε στον τάφο της γυναίκας του. Νύχτα, βγήκε και κρύφτηκε σε σπίτι φίλου του μιλημένου. Έμεινε εκεί όλη την άλλη μέρα, διαβάζοντας τα γράμματα των φιλικών και του Αλέξανδρου Υψηλάντη: Η μεγάλη ώρα πλησίαζε. Ο Παπαφλέσσας ήταν κιόλας στη Μάνη, από τα μέσα του Δεκεμβρίου.

Νύχτωσε, όταν ήρθε ο νεαρός που θα τον συντρόφευε. Βγήκαν στο δρόμο μετά τα μεσάνυχτα. Οι Άγγλοι παρακολουθούσαν τα σπίτια των φιλικών αλλά ο Κολοκοτρώνης γνώριζε τα κατατόπια. Ξημέρωνε 4 Ιανουαρίου, όταν το καΐκι βγήκε απ’ το λιμάνι. Δυο μέρες παράδερνε στην άγρια θάλασσα. Ένα πλεούμενο άγνωστο κι άσημο, που μετέφερε τον στρατηγό της επανάστασης στη Μάνη. Το σχέδιο της Φιλικής Εταιρείας, όπως το είχαν προτείνει ο Παπαφλέσσας κι ο Λεβέντης, ήταν πολύ απλό: Όσο κρατούσε το κίνημα του Αλή πασά στην Ήπειρο, ο Υψηλάντης θα σήκωνε τη σημαία της επανάστασης στη Μολδοβλαχία κι ο Κολοκοτρώνης θα ξεσήκωνε τον Μοριά.

Ήταν 6 Ιανουαρίου, όταν το καΐκι έπιασε στη Σκαρδαμούλη της Μάνης. Ο Κολοκοτρώνης κι άλλοι τέσσερις. Το νέο απλώθηκε σ’ όλη την περιοχή. Έφτασε και στ’ αφτιά των Τούρκων, σπέρνοντας τον πανικό: Μιλούσαν γι’ απόβαση πέντε και δέκα χιλιάδων αντρών. Ζήτησαν από τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη να τον συλλάβει. Και να ’θελε αυτός, δε θα μπορούσε. Ο γέρος του Μοριά προστατευόταν από τους Μούρτζινους, αντίπαλους των Μαυρομιχαλαίων. Απάντησε πως δεν υπάρχει λόγος: Ο Κολοκοτρώνης είναι ακίνδυνος. Ήρθε στη Μάνη, επειδή έμεινε χωρίς λεφτά στη Ζάκυνθο. Οι Τούρκο δεν πείστηκαν κι έστειλαν κατασκόπους, που γύρισαν καθησυχασμένοι: «Βρήκαμε ένα γέρο, που ’παιζε τες αμάδες».

Ο «γέρος» άρχισε μεθοδική ενημέρωση των οπλαρχηγών και των προκρίτων: Ο ξεσηκωμός πλησιάζει. «Ημέρα Χ» η γιορτή του Ευαγγελισμού, 25 Μαρτίου. Την ίδια ώρα, ο Παπαφλέσσας οργάνωνε σύσκεψη στη Βοστίτσα (σημερινό Αίγιο). Είχε χαρτιά πατριαρχικού έξαρχου και προφασίστηκε ότι θα συζητούσαν για τις κτηματικές διαφορές ανάμεσα στα εκεί μοναστήρια. Η διάσκεψη άρχισε στις 26 Ιανουαρίου του 1821 και κράτησε ως τις 29 του μήνα. Ο Παπαφλέσσας ανακοίνωσε, ποιος πραγματικά ήταν και για ποιο λόγο είχε έρθει. Η επανάσταση, είπε, είχε προγραμματιστεί για τις 25 Μαρτίου, γιορτή του Ευαγγελισμού. Στις αντιρρήσεις των προκρίτων, απάντησε ότι θα ξεκινούσε με 2.000 Μανιάτες, χωρίς αυτούς. Αναγκάστηκαν να υποκύψουν.

Την 1η Μαρτίου του 1821, ένας ταχυδρόμος έφθασε βιαστικός στην Κωνσταντινούπολη. Τα νέα που μετέφερε, ακούστηκαν σαν κεραυνός: Ο υπασπιστής του τσάρου Αλέξανδρου Α’ της Ρωσίας, στρατηγός Αλέξανδρος Υψηλάντης, εδώ και πέντε μέρες, ξεσήκωσε τους Έλληνες της Μολδοβλαχίας σε επανάσταση και βοηθούσε τους Βλάχους του Βλαδιμηρέσκου, που επαναστάτησαν από τις 17 Ιανουαρίου.

Για τον σουλτάνο Μαχμούτ Β’, το μήνυμα ήταν σαφές: Ο τσάρος παρασπόνδησε, την ώρα που η Οθωμανική αυτοκρατορία είχε προβλήματα, και προσπαθούσε να του πάρει κι άλλα εδάφη. Το ίδιο, άλλωστε είχε κάνει και η μεγάλη Αικατερίνη, καμιά τριανταριά χρόνια πριν.

Με τον Αλή πασά επαναστατημένο και τους Σουλιώτες να έχουν γυρίσει στα μέρη τους και να ξαναχτυπούν τους Τούρκους στην Ήπειρο, τους Μολδαβούς ξεσηκωμένους στο Δούναβη και με προβλήματα στην Περσία, στη Συρία (με τους Δρούσους), στην Αραβία (με τους σεΐχηδες) και στην Αίγυπτο που έδειχνε χωριστικές τάσεις, ένα του έλειπε του Μαχμούτ: Ν’ ανοίξει μέτωπο και με τους Ρώσους. Θα περνούσε καιρός, ώσπου να μάθει πως ο τσάρος δεν είχε καμιά σχέση. Ως τότε, η ασπίδα της επανάστασης θα κρατούσε τους Τούρκους μακριά από την Πελοπόννησο. Το σχέδιο της Φιλικής Εταιρείας είχε πετύχει στο ακέραιο.

 

Στις 21 Φεβρουαρίου, οι Έλληνες είχαν την πρώτη τους «ανεπίσημη» σύγκρουση με τους Τούρκους, τους οποίους εξόντωσαν στο Γαλάτσι της Μολδαβίας. Στις 23 του μήνα, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης είχε απευθυνθεί «προς το έθνος της Μολδαβίας» διαβεβαιώνοντάς τους ότι οι Έλληνες θα σταθούν στο πλευρό τους. Στις 24, στο Ιάσιο της Μολδαβίας, δημοσιοποίησε την προκήρυξή του με τίτλο «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος». Ήταν η προκήρυξη της επανάστασης. Άρχιζε με την αναγγελία: «Η ώρα ήλθεν, ω Έλληνες». Και κατέληγε: «Εις τα όπλα, λοιπόν, φίλοι, η Πατρίς μας προσκαλεί». Την ίδια μέρα, έγραφε στον τσάρο, ζητώντας τη βοήθειά του.

Τα νέα έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη την 1η Μαρτίου, μέρα που ο Υψηλάντης άφηνε το Ιάσιο και με 2000 επαναστάτες βάδιζε δυτικά παραγγέλλοντας στους Έλληνες ναυτικούς στο Γαλάτσι ν’ αναπλεύσουν τον Δούναβη και να χτυπήσουν τα τουρκικά πλοία. Έφτασε στο Βουκουρέστι.

Αντιδρώντας, ο σουλτάνος Μαχμούτ ετοίμαζε θρησκευτικό πόλεμο φανατίζοντας τους Τούρκους. Προγραμμάτισε γενική σφαγή των χριστιανών. Όμως, ο ανώτατος θρησκευτικός αρχηγός των Οθωμανών, Χατζή Χαλίλ εφέντης, αρνήθηκε να υπογράψει τον φετφά. Την ίδια ώρα, 49 Φαναριώτες που κατείχαν ανώτατες θέσεις, υπέγραψαν κοινή δήλωση ότι «το γένος αγνοεί την επαναστατικήν εταιρείαν». Στις 23 Μαρτίου, διαβάστηκε στις εκκλησίες αμνηστία του σουλτάνου προς τους επαναστάτες, με την προϋπόθεση ότι θα κατέθεταν τα όπλα, και αφορισμός του Αλέξανδρου Υψηλάντη από το ορθόδοξο πατριαρχείο. Ο αφορισμός υπογράφηκε με τη σκέψη ότι έτσι θα γλίτωναν οι Έλληνες της Πόλης. Όμως, από τις 24 Μαρτίου, οι Τούρκοι άρχισαν να δολοφονούν όποιον είχε ίδιο όνομα με κάποιον επαναστάτη.

Έτσι κι αλλιώς, η επανάσταση δεν μπορούσε πια ν’ ανακοπεί. Την ημέρα που οι επαναστάτες αφορίζονταν, στις 23 Μαρτίου, η Μεσσηνιακή Σύγκλητος ανάγγελλε την επίσημη έναρξη του Αγώνα, με την «προειδοποίησιν προς τας ευρωπαϊκάς αυλάς». Ανάλογη προκήρυξη επιδιδόταν στους προξένους των ευρωπαϊκών δυνάμεων, στις 26 του μήνα, από το Αχαϊκό Διευθυντήριο.

Ο Αθανάσιος Τσακάλωφ κι ο Εμμανουήλ Ξάνθος έζησαν να δουν την Ελλάδα ελεύθερη αλλ’ όχι και τα μέρη, όπου γεννήθηκαν. Πέθαναν, το 1851 ο πρώτος και το 1852 ο δεύτερος. Μόνο η Άρτα, ιδιαίτερη πατρίδα του τρίτου της παρέας, ήταν ελεύθερη. Αλλά κι ο Σκουφάς είχε πεθάνει πολύ νωρίς για να το δει.

 

ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΔΡΑΣΗΣ

Το τροποποιημένο «Σχέδιον γενικόν» της Φιλικής Εταιρείας, που είχαν συντάξει ο Γεώργιος Λεβέντης κι ο Γρηγόριος Δικαίος Παπαφλέσσας και που είχε εγκριθεί από τις 7 Οκτωβρίου του 1820, προέβλεπε ότι η ελληνική επανάσταση θα ξεσπούσε στις 25 Μαρτίου του 1821.Το σχέδιο προέβλεπε πολλαπλά χτυπήματα κατά των Τούρκων: Αρχικά, εξέγερση των Σέρβων και Μαυροβουνίων, έπειτα επανάσταση στη Μολδοβλαχία, κατάληψη της Ηπείρου με την ευκαιρία της εξέγερσης του Αλή πασά και πυρπόληση του τουρκικού στόλου στην Κωνσταντινούπολη. Κι ενώ θα συνέβαιναν όλα αυτά, θα σηκωνόταν η επανάσταση της κύριας Ελλάδας με επίκεντρο την Πελοπόννησο όπου έπρεπε να φτάσουν έγκαιρα ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και ο Παπαφλέσσας.

Ο Παπαφλέσσας ήταν στην Πελοπόννησο από τα μέσα Δεκεμβρίου αλλά ο Υψηλάντης μέσα Φεβρουαρίου βρισκόταν ακόμα στο Κισνόβιο της Βεσσαραβίας (Νότια Ρωσία). Στις 11 του μήνα, ειδοποιήθηκε πως ο φιλικός Δημήτριος Ύπατρος σκοτώθηκε στη Νάουσα και πως τα έγγραφα που κουβαλούσε μαζί του στάλθηκαν στην Πόλη. Στις 13, έδωσε διαταγή να χτυπηθούν οι Τούρκοι στο Γαλάτσι της Ρουμανίας, ώστε να ενισχυθεί ο Βλαδημηρέσκου που από τις 17 Ιανουαρίου είχε επαναστατήσει τη Μολδοβλαχία με τη βοήθεια των φιλικών.

Στις 14 ή 15 Φεβρουαρίου, μια νέα ειδοποίηση επέσπευσε τα πράγματα: Ο φιλικός Ασημάκης Θεοδώρου είχε προδώσει τα μυστικά στους Τούρκους. Ο Υψηλάντης συγκάλεσε αμέσως σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στο Κισνόβιο στις 16 Φεβρουαρίου του 1821. Στη σύσκεψη έγινε ανασκόπηση της κατάστασης. Ήταν αδύνατο να ειδοποιηθούν όλοι οι φιλικοί ανά την Ελλάδα και τα Βαλκάνια. Αποφασίστηκε να επισπευσθούν όλα. Η πυρπόληση του στόλου και η μετάβαση του Υψηλάντη στην Πελοπόννησο εγκαταλείφθηκαν. Η επανάσταση θα ξεκινούσε από τη Μολδαβία, στις 27 του μήνα, Κυριακή της Ορθοδοξίας. Κηρύχτηκε τρεις μέρες νωρίτερα, στις 24 Φεβρουαρίου 1821.

ΠΡΟΔΟΣΙΕΣ:

Κάποια στιγμή, ο φιλικός Πάνος Ζαφειρόπουλος προσπάθησε να μυήσει στην οργάνωση τον κοτζαμπάση της Τριπολιτσάς, Σωτηράκη Κουγιά, που πήγε και τα πρόφτασε στον καϊμακάμη Μεχμέτ Σελήχ και, για να τον πείσει, του υπέδειξε το σπίτι, όπου γινόταν κάποια σύσκεψη. Ο καϊμακάμης μάζεψε τους φρουρούς του με τόση μυστικότητα, ώστε τον πήρε μυρουδιά όλη η Τρίπολη. Όταν οι Τούρκοι χίμηξαν μέσα στο σπίτι, ζήτησαν ταπεινά συγνώμη για την ενόχληση: Στο μεγάλο δωμάτιο βάπτιζαν το παιδί του οικοδεσπότη. Οι εισβολείς αποχώρησαν χωρίς κανένας τους να σκεφτεί, πώς ήταν δυνατόν να γίνεται βάπτιση, αφού το παιδί είχε πρόσφατα... βαπτιστεί στην εκκλησία!..

Στην Τρίπολη υπήρξε κι άλλος προδότης: ο δραγουμάνος του πασά, Σταυράκης Ιωβίκης, που κατέδωσε τους αδερφούς Σπηλιωτόπουλους ότι έστηναν μπαρουτόμυλους στη Δημητσάνα. Νέα μάζωξη φρουρών και νέος «αιφνιδιαστικός» έλεγχος. Βρήκαν τους μύλους να φτιάχνουν αλεύρι, ενώ η οικογένεια των Δεληγιάννηδων έπεισε τους Τούρκους πως ο δραγουμάνος ήταν πράκτορας του Αλή πασά. Κανένας από τους «ελεγκτές» δε σκέφτηκε να ρίξει μια ματιά στις αποθήκες της Δημητσάνας, όπου, ως τα τέλη του Μαρτίου, είχαν συγκεντρωθεί 60.000 οκάδες μπαρούτι (περίπου 77 τόνοι)!...

Ο Ασημάκης Θεοδώρου ήταν Φαναριώτης προδότης περιωπής. Μπήκε στη Φιλική Εταιρεία και, στα μέσα Φεβρουαρίου του 1821, πήγε στον σουλτάνο και τα είπε όλα χαρτί και καλαμάρι. Οι φιλικοί της Πόλης τον έβγαλαν πράκτορα του Αλή πασά κι έπεισαν τον Μαχμούτ να τον φυλακίσει. Τον επόμενο χρόνο κι ενώ πια η επανάσταση είχε φουντώσει, ο σουλτάνος έδωσε διαταγή να εκτελεστεί ο Θεοδώρου, επειδή δεν ήταν όσο έπρεπε πειστικός...

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΤΥΠΗΜΑΤΑ:

Το πλοίο με τα πολεμοφόδια που οι φιλικοί φόρτωσαν στη Σμύρνη, έφτασε στη Μάνη μέσα Μαρτίου. Με τέχνασμα, ο Παπαφλέσσας έπεισε τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη να το εκτελωνίσει. Χώρισε τα πολεμοφόδια κι ανάθεσε τη μεταφορά τους σε δυο ομάδες: Την πρώτη με αρχηγό τον Νικήτα Σταματελόπουλο (αργότερα, θα τον ονόμαζαν Νικηταρά Τουρκοφάγο) και τη δεύτερη με τον Χρήστο Αναγνωσταρά. Ο διοικητής της Καλαμάτας, Σουλεϊμάν αγάς Αρναούτογλου, έμαθε πως κάποιοι ένοπλοι μετέφεραν κάποια φορτία. Τον καθησύχασαν πως ήταν χωρικοί που κουβαλούσαν λάδι. Τα όπλα τα είχαν, επειδή ακούστηκε πως κυκλοφορούσαν ληστές. Πείσθηκε και ζήτησε από τον Πετρόμπεη να στείλει τον γιο του, Ηλία, να ενισχύσει τη φρουρά της πόλης.

Στις 17 Μαρτίου του 1821, όλα ήταν έτοιμα. Οι αγωνιστές μαζεύτηκαν στο ναό των Ταξιαρχών, στην Αρεόπολη της Μάνης, όπου έγινε δοξολογία κι ευλογήθηκαν τα λάβαρα του Αγώνα. Στις 20, ο Ηλίας Μαυρομιχάλης με 150 άνδρες μπήκε στην Καλαμάτα «να ενισχύσει τη φρουρά». Είπε στον Αρναούτογλου πως οι πληροφορίες μιλούσαν για πολλούς ληστές και καλά θα ήταν να έρθουν κι άλλοι για τη φρουρά. Ο Τούρκος δέχτηκε.

Στις 22 Μαρτίου, ο Κολοκοτρώνης με τους Μούρτζινους και 2.000 άντρες έπιασε τους λόφους προς τη Σπάρτη. Ο Παπαφλέσσας με τον Αναγνωσταρά και τον Σταματελόπουλο έπιασαν την άλλη πλευρά. Ο Αρναούτογλου κάτι κατάλαβε αλλά ήταν αργά να αντιδράσει. Στις 23 Μαρτίου, οι επαναστάτες μπήκαν στην πόλη. Οι Τούρκοι παραδόθηκαν. Το μεσημέρι, οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα και 24 ιερείς ευλογούσαν τις σημαίες κι όρκιζαν τους αγωνιστές. Την ίδια μέρα, έπεφτε η Βοστίτσα (Αίγιο). Στις 26, παραδίδονταν και οι Τούρκοι στα Καλάβρυτα.

Η επανάσταση είχε ξεκινήσει.

(Ελεύθερος Τύπος, 11 - 22.3.2013) (τελευταία επεξεργασία, 23.3.2013)